Ιστορία του νομίσματος στον Ελληνικό χώρο
από της ανακαλύψεως του μέχρι την πτώση του βυζαντίου.

Για πολλές χιλιάδες χρόνια κάθε πρωτόγονος κατασκεύαζε μόνος του τα όπλα και τα εργαλεία που του χρειάζονταν. Με την πάροδο των αιώνων ο άνθρωπος εγκαταλείπει τη ζωή του νομάδα κυνηγού και εγκαθί­σταται πια μόνιμα. Δημιουργήθηκαν οικισμοί, καλλιεργήθηκε η γη, εξημερώθηκαν τα πρώτα ζώα. Ο νέος τρόπος ζωής έφερε σιγά-σιγά και την εξειδίκευση: ο ένας έγινε γεωργός, ο άλλος κτηνοτρόφος, ο τρίτος ψαράς, αυτός που είχε κάποια ικανότητα στο να φτιάχνει τόξα έγινε οπλοποιός. Όλοι όμως είχαν ανάγκη από πράγματα που κατείχε ή κατασκεύαζε κάποιος άλλος. Ο γεωργός· έδινε μια ποσότητα απ' το στάρι που του περίσσευε, για να πάρει ένα λαγό απ' τον κυνηγό· ο αγγειοπλάστης έδινε μερικά δοχεία στο βοσκό, για να πάρει ένα πρόβατο. Δη­μιουργήθηκε έτσι το εμπόριο, που, με τον καιρό και την ανάπτυξη του επαγγέλματος του εμπόρου, έπαψε να είναι τοπικά περιορισμένο. Ο έμπορος μετέφερε πράγματα, που πλεόναζαν σε κάποιον τόπο, αλλού όπου έλειπαν, και εκεί τα αντάλλαζε με προϊόντα που περίσσευαν και που οι άνθρωποι κάποιου άλλου τόπου τα χρειάζονταν. Παρ’ όλο όμως που το εμπόριο είχε γίνει αυτό που σήμερα θα ονομάζαμε «διεθνές», ο μηχανι­σμός του εξακολουθούσε να είναι ο ίδιος, όπως ήταν στην πρωτόγονη μικρή κοινωνία. Κάθε συγκεκριμένο πράγμα ανταλλασσόταν με ένα άλλο συγκεκριμένο πράγμα. Η μέθοδος αυτή του «αντιπραγματισμού» επέζησε, ως την εποχή μας σχεδόν, σε αρκετές πρωτόγονες φυλές της Αφρικής, της Νότιας Αμερικής και της Ωκεανίας.

Με την πάροδο του χρόνου, μερικά εμπορεύματα, επειδή είχαν μια σταθερή αξία παραδεκτή από την πλειονότητα και μπορούσαν εύκολα να μετρηθούν και να παραχωρηθούν, ξεχώρισαν και αποτέλεσαν μέτρο συγκρίσεως της αξίας όλων των άλλων εμπορεύσιμων αγαθών. Μεταβλήθηκαν δηλαδή σε «νομισματικά εμπορεύματα». Στους Ινδοευρωπαϊκούς λαούς νομισματικά εμπορεύματα έγιναν τα βόδια και τα πρόβατα. Ανάμνηση αυτής της μακρινής εποχής αποτελούν λέξεις που εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται σήμερα και που η αρχική προέλευση τους έχει άμεση σχέση με την ποιμενική ζωή. Κλασικό παράδειγμα τέτοιας επιβιώσεως είναι η λέξη «καπιταλισμός». Που προήλθε από τη λατινική capita που σημαίνει κεφάλια και που προέκυψε από τη συνήθεια να μετριέται η περιουσία των κτηνοτρόφων σε «κεφάλια». Αντίστοιχη εξέλιξη είχε στη γλώσσα μας και η λέξη «κεφάλι» σε σχέση με τη σημερινή έννοια «κεφά­λαιο». Μια ακόμα απόδειξη της χρήσεως των ζώων ως νομισματικών εμ­πορευμάτων βρίσκουμε στα έπη του Ομήρου, στα οποία ο πλούσιος κα­λείται «πολυβούτης», ο με πολλά βόδια, τα χάλκινα όπλα του Διομήδη ήταν «εννεάβοια», άξιζαν εννέα βόδια, ενώ τα χρυσά του Γλαύκου ήταν «εκατόμβοια».

Αποφασιστικό βήμα στην ανάπτυξη του πολιτισμού αποτέλεσε η ανακάλυψη της χρήσεως των μετάλλων. Πότε ακριβώς και που έγινε αυτή η σημαντικότατη ανακάλυψη δε θα το μάθουμε ίσως ποτέ. Πιθανότατα η ανακάλυψη να έγινε από έναν και όχι από πολλούς ταυτόχρονα, πολιτισμό που πρέπει να αναπτύχθηκε στην Κεντρική Ασία, ίσως στη Σουμερία, ίσως στην πεδιάδα του Ινδού ποταμού. Πάντως η χρήση του χαλκού και του χρυσού ήταν ήδη γνωστή στη Μεσοποταμία και την Αίγυπτο γύρω στο 5.000 π.Χ. Τα μέταλλα έδωσαν νέες διαστάσεις και μεγαλύτερες δυνατότητες στο εμπόριο. Σε σύγκριση με τα ζώα οι ιδιότητες του μετάλλου του 'διναν αναμφισβήτητη υπεροχή. Το μέταλλο αντέχει στο χρόνο και στις κακουχίες ενός μακρινού ταξιδιού, δε χρειάζεται διατροφή, διαιρείται, μεταφέρεται εύκολα. Επί πλέον το μέταλλο ήταν κάτι που ζητιόταν παντού, γιατί όλοι οι λαοί χρειάζονταν μέταλλα, για να κατασκευάσουν τα όπλα, τα εργαλεία, τα σκεύη και τα κοσμήματα τους. Γρή­γορα δημιουργήθηκε μια κλίμακα αξιών των μετάλλων. Ο χαλκός, που βρισκόταν σε μεγάλες ποσότητες αλλά και που οξειδώνεται, αν εκτεθεί έ­στω και δυο-τρεις ημέρες στην υγρασία, κατατάχτηκε στην κατώτερη βαθμίδα. Το ασήμι που δε σκουριάζει αλλά μαυρίζει με την πάροδο του χρόνου, πήρε τη δεύτερη θέση, γιατί έδινε όμορφα κοσμήματα. Το χρυ­σάφι, που βγαίνει από τη γη χωρίς προσμίξεις και που δε σκουριάζει ούτε μαυρίζει, έγινε στα ανθρώπινα μάτια ένα είδος συμβόλου της αθα­νασίας, την οποία επιθυμούσε πάντοτε η ανθρώπινη φύση. Έτσι, από τη χαραυγή της Ιστορίας, άρχισε το κυνήγι του πιο άχρηστου απ' τα μέταλ­λα που συνεχίζεται ως τις ημέρες μας και θα συνεχίζεται ίσως όσο θα υπάρχουν άνθρωποι. Η συγκέντρωση χρυσού έδινε τόση πραγματική δύ­ναμη στον κάτοχο του, ώστε γρήγορα έγινε το σύμβολο της βασιλικής ε­ξουσίας. Ο βασιλιάς στους ανθρώπους της εποχής εκείνης, φάνταζε σαν μικρός θεός και το χρυσάφι, σύμβολο της αθανασίας, έπρεπε να τον συνοδεύει πάντοτε. Από την Κίνα ως τις Μυκήνες οι βασιλικοί τάφοι που ήρθαν ασύλητοι στο φως περιείχαν αρκετό χρυσάφι. Ο νεκρός βασι­λιάς χρειαζόταν το πολύτιμο μέταλλο και στον άλλο κόσμο, όπως ο ζων­τανός το χρειαζόταν σ' αυτόν, για να διατηρεί την εξουσία του.

Ενώ στη Μεσοποταμία και την Αίγυπτο το χρυσάφι, που γνώριζαν μάλιστα και να το ζυγίζουν, είχε καθιερωθεί ως μέσο συναλλαγών, στη Μικρά Ασία, την Ελλάδα και την Ιταλία κύριο μέσο των συναλλαγών εξακολουθούσε να είναι το βόδι. Γύρω στα 1.600 π.Χ. όμως, φαίνεται πως άρχισε η τακτική επικοινωνία των λαών της Ανατολικής Μεσογεί­ου. Η ανάπτυξη της ναυπηγικής και της ναυσιπλοΐας μετέβαλε τις άλλο­τε απροσπέλατες θάλασσες σε εύκολους και γρήγορους δρόμους του διε­θνούς εμπορίου. Τα δυο μεγάλα νησιά, η Κύπρος και η Κρήτη, έγιναν τα σημεία συναντήσεως και συναλλαγής των εμπόρων απ' την Αίγυπτο, τη Βαβυλώνα, τη Φοινίκη με Χιττίτες, Αιγαιοπελαγίτες, Έλληνες και Θράκες. Οι διαφορετικοί αυτοί λαοί, που προσπαθούσαν να ανταλλάξουν τα ποικίλα προϊόντα τους, θα είχαν και διαφορετικές αντιλήψεις γύρω από την κλίμακα των αξιών των διαφόρων εμπορευμάτων. Από το αρχικό όμως χάος, χάρη στην εξοικείωση τους με τα διάφορα συστήματα αξιών, οι εμπορευόμενοι άρχισαν να τα συγχωνεύουν και τελικά διαμόρ­φωσαν ένα σύστημα παραδεκτό από όλους.

Μπορούμε να κατανοήσουμε σήμερα τη δημιουργία εκείνης της πρώ­της διεθνούς κλίμακας αξιών, κάνοντας μερικές απλές σκέψεις παρόμοιες με αυτές που θα 'καναν οι μακρινοί εκείνοι έμποροι, όταν προσπαθού­σαν παζαρεύοντας να συνεννοηθούν μεταξύ τους: Το βόδι έχει μια ουσι­αστική αξία, γιατί μπορείς να το φας και να χρησιμοποιήσεις το δέρμα του. Δεν μπορείς όμως να κόψεις ένα κομμάτι του και να φυλάξεις το υπόλοιπο, για να το χρησιμοποιήσεις αργότερα. Αντίθετα, μπορείς να κόψεις ένα κομμάτι, στο βάρος που σου χρειάζεται, από ένα χρυσό σύρ­μα ή μια ασημένια ράβδο χωρίς να πάθει το παραμικρό το υπόλοιπο μέ­ταλλο του. Έτσι, το βόδι λόγω της ιδιότητας του να μη διαιρείται, αποτέλεσε τη σταθερή μονάδα, που επάνω της προσαρμόστηκαν οι αξίες του χρυσού, του αργύρου, και του χαλκού. Στο Αιγαίο, το ισότιμο ενός βο­διού έγινε ένας σβώλος ή ένα δαχτυλίδι από χρυσάφι, βάρους περίπου 8,5 γραμμαρίων. Το ισότιμο ενός βοδιού ή του αντίστοιχου χρυσού σβώ­λου σε χαλκό, ήταν μια πλάκα αυτού του μετάλλου βάρους 25,5 περίπου χιλιόγραμμων. Οι Έλληνες ονόμασαν τις δύο μεταλλικές μονάδες που αντιπροσώπευαν την αξία ενός βοδιού, Χρυσό Τάλαντο και Χάλκινο Τά­λαντο. Στις Μυκήνες βρέθηκαν χρυσά δαχτυλίδια και σπείρες σύρματος, που το βάρος τους ταιριάζει στο Τάλαντο ή τις υποδιαιρέσεις του. Βρέ­θηκε επίσης και χάλκινο Τάλαντο. Φαίνεται πάντως πως το χάλκινο ή ορειχάλκινο Τάλαντο ήταν πιο πολύ σε χρήση, γιατί τέτοια έχουν βρεθεί στην Εύβοια, την Κρήτη, την Κιλικία, τη Σαρδηνία και αλλού.

 

Στο μεταξύ οι Βαβυλώνιοι και οι Ακκάδιοι, χάρη στις αστρονομικές τους παρατηρήσεις, ανάπτυξαν τα μαθηματικά σε επίπεδο τέτοιο, που τους επέτρεπε να δημιουργήσουν αρκετά περίπλοκους χρηματιστικούς συνδυασμούς. Ο περίφημος Κώδικας του Χαμμουραμπί περιλαμβάνει αρκετές νομοθετικές διατάξεις που αφορούν εμπορικά και τραπεζικά θέ­ματα. Απ' αυτές γίνεται φανερό πως οι Βαβυλώνιοι είχαν αναπτύξει α­πό πολύ νωρίς το θεσμό των βασιλικών και ιερατικών θησαυροφυλακίων και ένα σύστημα τηρήσεως λογαριασμών. Από κάποιο, άγνωστο σε μας, χρονικό σημείο και έπειτα στα θησαυροφυλάκια μπορούσαν να ασφαλί­ζουν τα χρυσά και ασημένια αντικείμενα τους και οι ιδιώτες. Ασφαλώς, οι έμποροι που ξεκινούσαν για ένα μεγάλο ταξίδι θα ήταν πρόθυμοι να δώσουν κάτι προκειμένου να φυλάξουν τα πολύτιμα αντικείμενα τους στα καλοχτισμένα και καλά φρουρούμενα θησαυροφυλάκια του παλατιού ή των ναών. Το επόμενο βήμα ήταν η χορήγηση δανείων σε μέταλλο από τους ιερείς του ναού στους εμπόρους, που το χρειάζονταν, για να αγο­ράσουν περισσότερα εμπορεύματα. Δανειστής, βέβαια, ήταν ο θεός που σαν καλός επιχειρηματίας, ήθελε και κάποια συμμετοχή στα κέρδη της επιχειρήσεως, στην οποία ριψοκινδύνευε το κεφάλαιο του. Έτσι, οι Σημίτες ανακάλυψαν τις τραπεζικές εργασίες και τον τοκισμό, στον οποίο τόσο πολύ διακρίθηκαν και εξακολουθούν και στις μέρες μας να διακρί­νονται. Από τη Μεσοποταμία τα συστήματα αυτά πέρασαν στους Φοίνι­κες και αυτοί αργότερα τα δίδαξαν στους Έλληνες.

Παρ' όλο που το σίδερο ήταν γνωστό από παλιότερα, μόνο γύρω στα 1300 οι Χιττίτες άρχισαν τη συστηματική εξόρυξη απ' τα πλούσια μεταλ­λεία της Καππαδοκίας και την κατεργασία του. Στην Ελλάδα η εποχή του σιδήρου αρχίζει με την κάθοδο των Δωριέων, γύρω στο 1125 π.Χ. Οι Δωριείς θα καταστρέψουν τον πρώτο ελληνικό πολιτισμό, το Μυκη­ναϊκό, και με την εγκατάσταση τους θα αναγκάσουν πολλούς από τους παλιούς Έλληνες να μετακινηθούν προς τα νησιά του Αιγαίου και τα παράλια της Μικράς Ασίας. Η μετανάστευση των Ελλήνων συνεχίστηκε για πολλούς αιώνες και, από του 750 π.Χ. περίπου, επεκτάθηκε και δυ­τικά (Νότια Ιταλία, Σικελία). Έτσι, τον 5ο π.Χ. αιώνα ελληνικές πόλεις κάλυπταν όλες σχεδόν τις ακτές της Μεσογείου και του Εύξεινου Πόν­του.

Οι ελληνικές πόλεις της Μικράς Ασίας αποκτήσανε γρήγορα πλούτο και δύναμη. Στην περιοχή αυτή τόσο οι Έλληνες, όσο και οι Λυδοί, που κατοικούσαν στα ενδότερα, αντί του χρυσού Ταλάντου χρησιμοποιούσαν σβώλους ήλεκτρου. Το ήλεκτρο ήταν φυσικό μίγμα χρυσού και αργύρου, που οι αρχαίοι πίστευαν πως ήταν ξεχωριστό μέταλλο, και βρισκόταν σε σχετική αφθονία στα ποτάμια και τα βουνά της Λυδίας.

Όπως γινόταν με όλα τα μέταλλα και παντού, όταν ένας άνθρωπος πληρωνόταν με ένα σβώλο ήλεκτρου, έπρεπε να τον ζυγίσει, για να βε­βαιωθεί πως είχε το σωστό βάρος. Αυτή η πανάρχαια πρακτική συνε­χίστηκε ως τη μέρα που κάποιος Ίωνας έμπορος σκέφτηκε πως, αν μπο­ρούσε να σημαδέψει όσους σβώλους ήλεκτρου περνούσαν απ' τα χέρια του, δε θα χρειαζόταν να τους ξαναζυγίσει αν τύχαινε να ξαναγυρίσουν σ' αυτό τον ίδιο. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως το διακινούμενο πολύτιμο μέταλλο εξακολουθούσε να 'ναι σχετικά λίγο και πως εκτός απ" τους βα­σιλιάδες και τους ιερείς, σχεδόν μόνο οι έμποροι το χρησιμοποιούσαν. Ένα σιδερένιο καρφί, λιμαρισμένο στα μισά του πάχους του και μετά σπασμένο, όταν χτυπιόταν πάνω στο σβώλο του ήλεκτρου μ' ένα σφυρί άφηνε ένα αποτύπωμα που κανείς δεν μπορούσε να απομιμηθεί. Για μι­κρούς σβώλους, μισά ή τρίτα του Τάλαντου, ένα αποτύπωμα ήταν αρκε­τό ενώ στους μεγαλύτερους χωρούσαν δύο ή τρία. Το επόμενο βήμα έγι­νε με την αποτύπωση ενός εμβλήματος, συνήθως της μορφής κάποιου ζώ­ου. Η μέθοδος που χρησιμοποιούταν ήταν απλή. Ο σβώλος τοποθετούταν πάνω σ' ένα μικρό αμόνι, που είχε χαραγμένο εσώγλυφα το σχέδιο του εμβλήματος. Ανάλογα με το μέγεθος του σβώλου μια, δυο ή τρεις σφήνες χτυπιόνταν μ' ένα σφυρί στην επάνω πλευρά του. Η πίεση του σφυροκοπήματος αποτύπωνε ανάγλυφα την παράσταση που ήταν χαραγμένη στο αμόνι, ενώ από την άλλη πλευρά του ο σβώλος έφερε εσώγλυφα τα απο­τυπώματα των σφηνών. Τέτοιου είδους κομμάτια έχουν βρεθεί με μεγάλη ποικιλία παραστάσεων. Το αν όμως οι παραστάσεις αυτές αποτελούν τα προσωπικά ή οικογενειακά εμβλήματα των αρχόντων στους οποίους η πόλη είχε αναθέσει αυτή την εργασία, αν αποτελούν θυρεούς των πόλεων-κρατών ή αν είναι εμβλήματα εμπόρων που σημάδευαν τους σβώλους με δική τους πρωτοβουλία, είναι ένα θέμα που πολλές διχογνωμίες έχει προκαλέσει στους Νομισματολόγους και που ακόμα εξακολουθεί να συ­ζητείται. Η πρακτική πάντως αυτή διαδόθηκε στη Μικρά Ασία και, στις αρχές του 6ου αιώνα, απ' την Κύζικο στα βόρεια ως την Αλικαρνασσό στα νότια της χερσονήσου, αλλά και στο βασίλειο της Λυδίας, είχε γε­νικευτεί η χρήση σημαδεμένων σβώλων ήλεκτρου. Δυο συστήματα βαρών διαμορφώθηκαν στην περιοχή. Της Φώκαιας που επικράτησε στα βόρεια και της Μιλήτου στα νότια. Μόνο η Σάμος εξακολουθούσε να χρησιμο­ποιεί το Ευβοϊκό. Όλων η βασική μονάδα ονομάστηκε Στατήρας και αν­τιστοιχούσε σε ασήμι δεκαπλάσιου απ' το δικό της βάρους. Χρησιμοποιούταν και μικρότεροι σβώλοι ήλεκτρου, που αποτελούσαν τις υποδιαιρέ­σεις του Στατήρα, και που έφθαναν ως το 1/96 του.

Το τελευταίο βήμα στη δημιουργία του πραγματικού νομίσματος έγινε με την υιοθέτηση του μέσου αυτού συναλλαγής από το κράτος και συγ­κεκριμένα από τους βασιλιάδες της Λυδίας. Η έκδοση του νομίσματος έγινε κρατική υπόθεση και η αποτύπωση επάνω του των βασιλικών εμ­βλημάτων αποτελούσε εγγύηση καθαρότητας του μετάλλου και σωστού βάρους. Η μακριά πορεία από τον αντιπραγματισμό, την ανταλλαγή με βάση τα ζώα, την ανταλλαγή με ορισμένο βάρος κάποιου μετάλλου, στο ιδιωτικό σφραγισμένο μέταλλο ολοκληρώθηκε με την εμφάνιση του κρα­τικού νομίσματος.

Στο μεταξύ στην κυρίως Ελλάδα εξακολουθεί να χρησιμοποιείται το ο­ρειχάλκινο Τάλαντο και σε μικρή κλίμακα το χρυσό. Η δωρική Πελοπόν­νησος, που δε διαθέτει τέτοια μέταλλα, χρησιμοποιεί ως μέσο συναλλα­γής το σίδερο που βρίσκεται άφθονο εκεί. Με τη μορφή μακριών ρά­βδων, το σίδερο θα εξακολουθήσει να χρησιμοποιείται από τη συντηρητι­κή Σπάρτη και όταν στην υπόλοιπη Ελλάδα κυκλοφορούν τα ασημένια νομίσματα. Το ίδιο θα συμβεί και στην Κρήτη, όπου σιδερένια τσεκούρια χρησιμεύουν ως νόμισμα. Ο Ηρακλείδης από τον Πόντο ετυμολογώντας τη λέξη «Οβολός» αναφέρει πως αυτή σχηματίστηκε με αντικατάσταση του έψιλον με όμικρον στη λέξη οβελός. Ο Ηρακλείδης στο ίδιο από­σπασμα του συνεχίζει: «Ο Φείδων ο Αργείος έκοψε πρώτος νομίσματα στην Αίγινα και κατόπιν μάζεψε τους σιδερένιους οβελούς και τους αφι­έρωσε στην Αργεία Ήρα. Αλλά καθώς εκείνη την εποχή έξη οβελοί α­ποτελούσαν μια δράκα (χουφτιά), εμείς παρ' όλο που έξη Οβολοί δε γεμίζουν τη χούφτα μας, εξακολουθούμε να τους ονομάζουμε Δραχμή (δράκα-χούφτα)». Οι πληροφορίες αυτές του Ηρακλείδη μόνο μερικά α­ποδείχτηκαν ακριβείς. Στις ανασκαφές του Ηραίου Αργούς βρέθηκε μια δέσμη 180 οβελών, αυτές που είχε δει ο Ηρακλείδης και που οι ιερείς του Ναού τον πληροφόρησαν πως τις είχε αφιερώσει ο Φείδων. Ο ρόλος του Φείδωνα όμως προκάλεσε μεγάλες συζητήσεις που ακόμα δεν έχουν καταλήξει σε τελειωτικά συμπεράσματα. Το δασικό πρόβλημα είναι πως δεν υπάρχουν ακριβείς ενδείξεις σχετικά με το πότε έζησε ο Αργείος αυ­τός τύραννος ή βασιλιάς. Η σύγχρονη πάντως τάση είναι να θεωρείται ότι η σχέση του Φείδωνα με τη νομισματοκοπία είναι εφεύρημα των Αργείων, που θέλανε να αποδώσουν την τιμή της κοπής του πρώτου ελλη­νικού νομίσματος στην πόλη τους.

Το πρόβλημα της χρονολογήσεως του πρώτου νομίσματος δεν έχει ορι­στικά λυθεί. Οι παλιότεροι Νομισματολόγοι τοποθετούσαν τη χρονολογία αυτή πριν από το 700 π.Χ. Η ανασκαφή του Ναού της Αρτέμιδος στην Έφεσο, στα 1904-1905, που έφερε στο φως 93 νομίσματα από ήλεκτρο αντί να λύσει το πρόβλημα το έκαμε πιο περίπλοκο, γιατί μερικοί επι­στήμονες υποστηρίζουν πως τα νομίσματα αυτά ανήκαν στο Ναό πριν από την καταστροφή του από τους Κιμμέριους (652 π.Χ.) και πως πα­ραχώθηκαν αμέσως μετά την καταστροφή σε ένα είδος «αποθέσεως»1, ενώ άλλοι τα θεωρούν ως προσφορά κατά τη θεμελίωση του νέου Ναού. Αν δεχτούμε την πρώτη άποψη, τότε πρέπει να τα χρονολογήσουμε στα χρόνια της βασιλείας του Γύγη (685-652 π.Χ.) ενώ, αν δεχτούμε τη δεύ­τερη, στη διάρκεια της βασιλείας του Άρδυος (652-625 π.Χ.) ή και αρ­γότερα.

Την ίδια περίπου εποχή, δηλαδή στα τέλη του 7ου αιώνα, ή στις αρχές του 6ου, σε δύο άλλα απομακρυσμένα σημεία της υδρογείου δημιουρ­γούνται νομισματοκοπίες, που δεν έχουν καμιά σχέση ή επαφή με την Ιωνο-Λυδική και που θα ακολουθήσουν για πολλούς αιώνες το δικό τους ανεξάρτητο δρόμο. Στην Ινδία τη μεγάλη ποικιλία μέσων συναλλαγής της προϊστορικής περιόδου, που περιλάμβανε από βόδια ως κοχύλια, αντικαταστήσανε μικρά, λεπτά και τετραγωνικά κομμάτια ασημιού βάρους πε­ρίπου 3,5 γραμμαρίων. Στις δύο πλευρές τους έφεραν αποτυπωμένα από ένα ως 5 σύμβολα, όπως λουλούδια, γεωμετρικά σχέδια, κ.λπ. Περίπου 300 τέτοια σύμβολα έχουν καταγραφεί ως τώρα. Η άλλη ανεξάρτητη νομισματοκοπία είναι η κινέζικη, που αναπτύχθηκε με διαμετρικά αντίθετο τρόπο από την Ιωνο-Λυδική. Τα κινέζικα νομίσματα ήταν χυτά, όχι χτυ­πητά. Έφεραν μόνο επιγραφές, ποτέ παραστάσεις. Είχαν μια τετράγωνη τρύπα στο κέντρο τους. Ήταν όλα της ίδιας αξίας χωρίς υποδιαιρέσεις. και πολλαπλάσια, και θεωρητικά παραμένουν στην κυκλοφορία για πάν­τα. Ήταν αποκλειστικά χάλκινα και στις σπάνιες περιπτώσεις που χρη­σιμοποιήθηκαν πολύτιμα μέταλλα αυτό έγινε από ιδιώτες και όχι από το κράτος. Κοχύλια, ρύζι, και υφάσματα εξακολουθούσαν να χρησιμοποι­ούνται, παράλληλα με τα νομίσματα, ως τους πρόσφατους χρόνους.

Η Ινδική νομισματοκοπία συναντήθηκε, χάρη στην εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου, με την ελληνική και συγχωνεύτηκε με αυτήν. Μό­νη ανάμνηση της παρέμεινε το τετράγωνο σχήμα που διατηρήθηκε σε πολλά απ’ τα νομίσματα που έκοβαν οι Έλληνες βασιλιάδες εκεί ως τα τέλη του 1ου π.Χ. αιώνα. Η κινέζικη νομισματοκοπία συνέχισε την πο­ρεία της ως τον 19ο μ.Χ. αιώνα, οπότε εξαφανίστηκε κάτω απ' την επί­δραση των Ευρωπαίων. Μετά απ' αυτή τη μικρή παρένθεση ας επιστρέ­ψουμε στην εξιστόρηση της πορείας της Ιωνο-Λυδικής νομισματοκοπίας και ας δούμε πώς αυτή μεταφυτεύτηκε και αναπτύχθηκε στην κυρίως Ελ­λάδα.

Από τον 7ο π.Χ. αιώνα η Αίγινα είχε αναπτύξει σημαντική εμπορική επαφή με όλους τους λαούς της Ανατολικής Μεσογείου. Στη Μικρά Ασία οι Αιγινίτες ναυτικοί γνώρισαν το Στατήρα και κατανόησαν τις δυνατό­τητες που το νόμισμα πρόσφερε στο εμπόριο, θέλησαν να κόψουν και αυτοί δικά τους νομίσματα αλλά μη διαθέτοντας ήλεκτρο ή χρυσό κατέ­ληξαν στον άργυρο. Οι Αιγινίτες, λοιπόν, ήταν όχι μόνο οι πρώτοι από τους Έλληνες της κυρίως Ελλάδας που έκοψαν νομίσματα αλλά ήταν και οι πρώτοι που χρησιμοποίησαν το ασήμι, μέταλλο που, επειδή βρι­σκόταν σε αρκετή ποσότητα, αποτέλεσε το αποκλειστικό μέταλλο της ελ­ληνικής νομισματοκοπίας. "Ως την εποχή του Φιλίππου Β' (359-336 π.Χ.) της Μακεδονίας, που έκοψε άφθονα χρυσά νομίσματα, με το μέταλλο των πλούσιων ορυχείων του Παγγαίου, ο χρυσός πολύ σπάνια και σε εξαιρετικές περιπτώσεις χρησιμοποιήθηκε για ελληνικά νομίσματα. Για παράδειγμα, η μοναδική κοπή χρυσών νομισμάτων στην Αθήνα έγινε το 407 π.Χ., όταν στα τελευταία κρίσιμα χρόνια του Πελοποννησιακού πο­λέμου χρησιμοποιήθηκε η «ιερά παρακαταθήκη», τα επτά χρυσά αγαλμα­τάκια της Νίκης που φυλάσσονταν στον Παρθενώνα. Ως προς τη χρο­νολόγηση των πρώτων νομισμάτων της Αίγινας, επικρατεί η ίδια αβεβαιότητα που συναντήσαμε στη χρονολόγηση των Ιωνο-Λυδικών νομισμά­των, επειδή βέβαια η μια επηρεάζει την άλλη. Ο Charles Seltman θεω­ρούσε πιθανή χρονολόγηση των πρώτων Αιγινίτικων νομισμάτων το 665 π.Χ. Ο Collin Μ. Kraay κατεβάζει τη χρονολόγηση τους γύρω στο 590 π.Χ. ενώ ο Philip Grierson μεταξύ του 550-530 π.Χ.

Ο τελευταίος Λυδός βασιλιάς, ο περίφημος για τα πλούτη του Κροίσος (560-545 π.Χ.) εισήγαγε μια καινοτομία που έμελλε, με μεγάλα βέβαια διαλείμματα, να ισχύσει ως τις αρχές του αιώνα μας, που το χαρτονόμι­σμα αντικατέστησε οριστικά τα πολύτιμα μέταλλα. Όπως είδαμε, στη Μικρά Ασία, κόβονταν νομίσματα μόνο σε ήλεκτρο και στην Αίγινα α­ποκλειστικά σε ασήμι. Ήδη όμως τα μειονεκτήματα του ήλεκτρου γίνον­ταν αισθητά. Η αναλογία χρυσού-αργύρου άλλαζε από μεταλλείο σε με­ταλλείο και η διαφορά του χρώματος προκαλούσε τη δυσπιστία του κοι­νού. Η αναλογία εξ άλλου αυτή ήταν αδύνατο να ελεγχθεί με τα μέσα εκείνης της εποχής. Ο Κροίσος κατάργησε το Στατήρα από ήλεκτρο και έκοψε χρυσούς (βάρους αρχικά 10,89 γραμμαρίων και αργότερα 8,17 γραμμαρίων) και ασημένιους (βάρους 10,89 γραμμαρίων). Προφανώς η σχέση χρυσού-αργύρου ήταν 1:13 1/3 και έτσι 10 ασημένιοι στατήρες αν­τιστοιχούσαν σε ένα χρυσό των 8,17 γραμμαρίων. Αυτό αποτέλεσε την απαρχή του ονομαζόμενου διμεταλλικού συστήματος.

Οι αιγινίτικες «χελώνες» διαδόθηκαν γρήγορα όχι μόνο στην Ελλάδα, όπου έγιναν το κύριο μέσο του εμπορίου στην Πελοπόννησο και στα νη­σιά του Αιγαίου, αλλά πριν ακόμα από το 500 π.Χ. είχαν φτάσει στην Περσέπολη, τη Νότια Ιταλία και την Αίγυπτο, όπως απέδειξαν σχετικά ευρήματα σ' αρχαιολογικές ανασκαφές. Ταυτόχρονα η μία μετά την άλλη οι ελληνικές πόλεις-κράτη έσπευδαν να ακολουθήσουν το παράδειγμα της Αίγινας. Μεταξύ των πρώτων πρέπει να ήταν η Κόρινθος, η Αθήνα, η Χαλκίδα και η Ερέτρεια. Μερικές, όπως η Αίγινα με τη χελώνα ή η Κό­ρινθος με τον Πήγασο, χρησιμοποίησαν μια παράσταση που την κράτη­σαν ως έμβλημα τους για αιώνες. Άλλες όμως πόλεις-κράτη καταλήξανε στην επιλογή του εμβλήματός τους μετά από αρκετές αναζητήσεις. Τέτοι­α ήταν η περίπτωση της Αθήνας, που αρχικά, χρησιμοποίησε στα νομί­σματα της μια σειρά από παραστάσεις που μοιάζουν με ιδιωτικούς θυρε­ούς και γι' αυτό είναι γνωστά με το γερμανικό όρο Wappenmunzen - εραλδικά ή Θυρεοφόρα νομίσματα. Αυτή όμως η ερμηνεία των παραστάσεων των πρώτων αθηναϊκών νομισμάτων δεν είναι και η μοναδική. Πρόσφα­τα ο Ν. Γιαλούρης υποστήριξε, με πολύ πειστικά επιχειρήματα, πως οι παραστάσεις αυτές έχουν άμεση σχέση με τους αθλητικούς αγώνες που γίνονταν στη διάρκεια των Παναθηναίων και συνεπώς συνδέονται με τη λατρεία της θεάς Αθηνάς.

Στη Μεγάλη Ελλάδα και τη Σικελία η κοπή και η χρήση του νομίσμα­τος διαδόθηκε πολύ γρήγορα. Αυτό δείχνει η ύπαρξη νομισμάτων της Συβάρεως, πόλεως που καταστράφηκε το 510 π.Χ. Γύρω στα 450 π.Χ. η χρήση του νομίσματος έχει διαδοθεί στον ελληνικό χώρο, που απλώνεται σ' ολόκληρη τη Μεσογειακή λεκάνη.

Η χρήση όμως του νομίσματος για πολλά χρόνια περιορίστηκε στον ελ­ληνικό κόσμο και στο δυτικό τμήμα της Περσικής Αυτοκρατορίας, τα ε­δάφη που αποτελούσαν παλιά το Βασίλειο της Λυδίας. Οι μη ελληνικοί λαοί εξοικειώνονταν με αυτό με πολύ αργό ρυθμό. Οι Καρχηδόνιοι έκο­ψαν τα πρώτα τους νομίσματα στη διάρκεια του πολέμου τους με το Διονύσιο Α' των Συρακουσών, στα τέλη του 5ου π.Χ. αιώνα. Τα νομίσμα­τα αυτά, απομιμήσεις των νομισμάτων των Συρακουσών, τα χρησιμοποι­ούσαν αποκλειστικά για την πληρωμή των μισθοφόρων τους και όχι στο εμπόριο τους. Τον ίδιο αποκλειστικά σκοπό εξυπηρετούσαν και τα νομί­σματα που έκοβαν οι Αιγύπτιοι και που περιορίζονταν σε απομιμήσεις αθηναϊκών Τετραδράχμων, και στη σήμανση χρυσών σβώλων που έφε­ραν μόνο ένα ιερογλυφικό σημείο που σήμαινε «καθαρός χρυσός».

Όπως είδαμε, τα πρώτα νομίσματα ήταν μιας όψεως. Η άλλη όψη τους έφερε μόνο το αποτύπωμα της σφήνας ή των σφηνών. Η πρακτική αυτή εξακολούθησε να χρησιμοποιείται από τις πόλεις της Μικράς Ασίας, ό­πως η Φώκαια, η Κύζικος, κ.α., που συνέχιζαν να κόβουν νομίσματα σε ήλεκτρο ως το τέλος του 4ου π.Χ. αιώνα. Άλλες όμως πόλεις πειραματί­ζονταν στη δημιουργία νομισμάτων δύο όψεων. Η Αθήνα και η Γέλα, για παράδειγμα, πρόσθεσαν μια μικρογραφική παράσταση στο κέντρο της σφήνας που έτσι μεταβλήθηκε και αυτή σε μήτρα. Στη Νότια Ιταλία μερικές πόλεις έκοβαν νομίσματα που έφεραν την ίδια παράσταση και στις δύο όψεις τους, αλλά ανάγλυφη στη μία και εσώγλυφη στην άλλη.

Οι πειραματισμοί αυτοί οδήγησαν τελικά στη δημιουργία του ελληνι­κού νομίσματος, που λίγο πολύ είναι η μορφή του νομίσματος που σήμε­ρα τη θεωρούμε αυτονόητη και απλή. Το ελληνικό νόμισμα στην κύρια όψη του φέρει συνήθως το κεφάλι του θεού, Ημιθέου ή Ήρωα, που ή­ταν ο προστάτης της πόλεως-κράτους που έκοψε το νόμισμα. Στην πίσω όψη του φέρει μια παράσταση, που έχει άμεση σχέση με την τοπική μυ­θολογία ή παράδοση. Στην πίσω επίσης όψη τοποθετείται κατά κανόνα και η επιγραφή που περιορίζεται στην αναγραφή του ονόματος της πόλε­ως ή μερικών μόνο γραμμάτων του. Η επιγραφή είναι συνήθως στη γενι­κή πληθυντικού (π.χ. ΣΥΡΑΚΟΣΙΩΝ, ΑΜΦΙΠΟΛΙΤΩΝ, ΛΑΡΙΣΑΙΩΝ) πράγμα που ξεκάθαρα δηλώνει πως την εξουσία κοπής νομίσματος την έχει το σύνολο των πολιτών της πόλεως-κράτους και όχι η Κυβέρνηση της. Ολόκληρη συνεπώς η φράση που υπονοείται με τη γενική πληθυντι­κού είναι: ΝΟΜΙΣΜΑ ΤΟΥ ΛΑΟΥ ΤΩΝ ΣΥΡΑΚΟΥΣΩΝ, ΤΗΣ ΑΜΦΙΠΟΛΕΩΣ, ΤΗΣ ΛΑΡΙΣΑΣ. Πολύ σπάνια, χρησιμοποιείται η γενική ενι­κού του ονόματος της πόλεως κατευθείαν (π.χ. ΑΚΡΑΓΑΝΤΟΣ) με την έννοια ΝΟΜΙΣΜΑ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΤΟΥ ΑΚΡΑΓΑΝΤΟΣ. Τα ελληνικά νομίσματα είναι κατά κανόνα μεγάλα και χοντρά και περίπου κυκλι­κά. Η στρογγυλεμένη περιφέρεια τους θυμίζει τους σβώλους του μετάλ­λου, από τους οποίους συνήθως προέρχονταν. Οι παραστάσεις είναι σε πολύ υψηλό ανάγλυφο πράγμα που τους δίνει μια εξαιρετική ζωντάνια.

Σ’ αυτή την περίοδο της διαμορφώσεως του ελληνικού νομίσματος, η εκλογή των τύπων αποκτάει μια ιδιαίτερη σημασία, επειδή καθιερώνον­ται όλα εκείνα τα στοιχεία που θα γίνουν παράδοση. Οι Έλληνες πολύ γρήγορα αντιλήφθηκαν πως το νόμισμα πρόσφερε μια εντελώς καινούργι­α και εντελώς διαφορετική δυνατότητα καλλιτεχνικής εκφράσεως. Ταυτό­χρονα, αυτοί που διεύθυναν τα δημόσια, είτε πολιτικοί ήταν, είτε Τύ­ραννοι, είτε βασιλιάδες, κατάλαβαν πως το νόμισμα τους έδινε μια εξαι­ρετική δυνατότητα προβολής της πολιτικής φιλοσοφίας, των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών και των επιδιώξεων του κράτους τους. Από την άλλη μεριά η ατέλειωτη ποικιλία του ελληνικού Πανθέου και οι διάφορες το­πικές παραλλαγές και ερμηνείες των σχετικών με κάθε θεότητα μύθων, παρείχε πλούσιο έδαφος στην καλλιέργεια των διάφορων τοπικών θρη­σκευτικών αντιλήψεων. Ένα φυσικό αποτέλεσμα αυτών των διεργασιών ήταν η κυριαρχία των θρησκευτικών θεμάτων στα ελληνικά νομίσματα. Μέσα δε από τα θέματα αυτά προβαλλόταν η προσωπικότητα και η ανε­ξαρτησία κάθε πόλεως-κράτους. Ο καλλιτέχνης, τέλος, αφηνόταν ελεύθε­ρος να χρησιμοποιήσει τις δυνάμεις του στην παράσταση του μεγαλείου της θεότητας που η πόλη-κράτος είχε διαλέξει για προστάτη και έμβλημά της.

Παρ' όλα αυτά όμως υπάρχουν νομίσματα που οι παραστάσεις τους δεν έχουν σαφή θρησκευτικό χαρακτήρα. Το στάχυ του Μεταπόντιου, ο κάβουρας του Ακράγαντα, η ασπίδα των Βοιωτών, η μέλισσα της Εφέ­σου, το σέλινο της Σελινούντος, το μήλο της Μήλου, και άλλα ακόμα αποτελούν εμβλήματα που λίγη ή καμιά σχέση έχουν με τη θρησκεία. Δύο δρόμοι οδήγησαν στην καθιέρωση αυτών των μη θρησκευτικών εμ­βλημάτων. Ο ένας ήταν η κατά κυριολεξία ερμηνεία του ονόματος της πόλεως, που οδήγησε στην εκλογή του αντίστοιχου αντικειμένου. Έτσι, η Μήλος διάλεξε το μήλο, η Σελινούς το σέλινο, η Φώκαια τη φώκια. Ο άλλος δρόμος πρέπει να ήταν η μετατροπή ενός ιδιωτικού θυρεού σε κρατικό έμβλημα. Δηλαδή η πόλη-κράτος χρησιμοποίησε ως έμβλημα της το έμβλημα ενός δυναμικού Τυράννου ή μιας ισχυρής οικογένειας.

Η κοπή νομίσματος για τους Έλληνες είχε τη σημασία μιας αποφασι­στικής διακηρύξεως της ανεξαρτησίας και της κυριαρχικής εξουσίας της πόλεως-κράτους. Κάθε μεγαλύτερη ή μικρότερη πόλη, που θεωρούσε πως αποτελεί ιδιαίτερη κρατική οντότητα θεωρούσε και απαραίτητο στοιχείο της εκφράσεως της ανεξαρτησίας της την κοπή νομίσματος. Έτσι, έχουμε νομίσματα πόλεων-κρατών που ξεπερνούν τις χίλιες. Πρέπει μάλιστα να σημειωθεί πως για μερικές απ' αυτές δεν υπάρχει άλλη μαρτυρία της υ­πάρξεως του εκτός από τα νομίσματα τους. Φυσικά, τα νομίσματα μικρών πόλεων-κρατών κόβονταν σε πολύ μικρούς αριθμούς και είχαν μό­νο επιτόπια κυκλοφορία. Αντίθετα, τα νομίσματα των μεγάλων πόλεων κόβονταν σε μεγάλες ποσότητες και κυκλοφορούσαν παντού. Τα νομί­σματα των ισχυρότερων και πλουσιότερων εμπορικών πόλεων ξεχώρισαν και έγιναν μέσα του διεθνούς εμπορίου. Ο κόσμος είχε τόσο εξοικειωθεί με τα αθηναϊκά, τα αιγινίτικα και τα κορινθιακά, ώστε τους έδινε και υποκοριστικά ονόματα, εμπνευσμένα από τις παραστάσεις τους. Τα αθηναϊκά ονομάζονταν «Γλαύκες», τα αιγινίτικα «Χελώνες» και τα κορινθι­ακά «Πώλοι». Οι τεράστιες όμως ποσότητες, στις οποίες κόβονταν αυτά τα νομίσματα, είχαν ως αποτέλεσμα τη χαμηλή καλλιτεχνική τους στάθ­μη, θα πρέπει επίσης σ' αυτό να συντελούσε και το γεγονός πως στις με­γάλες πόλεις-κράτη οι ταλαντούχοι καλλιτέχνες είχαν την ευχέρεια να α­σχοληθούν σε άλλους τομείς και τα Νομισματοκοπεία περιορίζονταν σε τεχνίτες με μικρό ή καθόλου ταλέντο. Στις μικρές όμως πόλεις οι ευκαι­ρίες για τον καλλιτέχνη ήταν λιγότερες και έτσι με ευχαρίστηση δεχόταν να απασχοληθεί στη χάραξη των μήτρων των νομισμάτων, θα πρέπει τε­λικά να δεχτούμε πως σε πολλές περιπτώσεις τα νομίσματα ήταν έργα των ίδιων δημιουργών που έφτιαχναν τα αγάλματα ή τα ανάγλυφα που σήμερα στολίζουν τα Μουσεία όλου του κόσμου.

Την πρώτη περίοδο του ελληνικού νομίσματος ονομάζουμε «αρχαϊκή», υιοθετώντας τον όρο που χρησιμοποιείται, για να χαρακτηρίσει ολόκλη­ρη την ελληνική τέχνη αυτής της εποχής. Συμβατικά, κλείσιμο αυτής της περιόδου, θεωρείται το τέλος των Περσικών πολέμων (480 π.Χ.). Η πε­ρίοδος που ακολουθεί και που διαρκεί ως το 420 π.Χ. περίπου, ονομά­ζεται «μεταβατική». Στη διάρκεια της η αφύσικη και άκαμπτη τεχνοτρο­πία των αρχαϊκών νομισμάτων δίνει σιγά-σιγά τη θέση της σε πιο περί­πλοκες και πιο περίτεχνες αναζητήσεις, που θα καταλήξουν στα πανέμορφα νομίσματα της «κλασσικής» περιόδου. Το έγκοιλο τετράγωνο εγκαταλείπεται και τη θέση του παίρνουν οπισθότυποι με παραστάσεις.

Το ασήμι εξακολουθεί να είναι το μοναδικό μέταλλο, στο οποίο κόβονται τα ελληνικά νομίσματα. Οι χρυσοί περσικοί «Δαρεικοί» όμως κυκλοφο­ρούν σε αρκετές ποσότητες στην Ελλάδα και εξυπηρετούν τις συναλλαγές σε μεγάλα ποσά. Τα συστήματα βαρών των νομισμάτων οριστικοποιούν­ται και διαμορφώνονται οι περιοχές που χρησιμοποιούν το καθένα απ' αυτά.·

Η «Συμμαχία της Δήλου», που δημιουργήθηκε αμέσως μετά τους Περ­σικούς πολέμους, για να προστατεύει τους Έλληνες του Αιγαίου από τυ­χόν μελλοντική Περσική επιβουλή, γρήγορα μεταβλήθηκε σε Αθηναϊκή Αυτοκρατορία και οι πρώην σύμμαχοι μεταβλήθηκαν σε υποτελείς της Αθήνας. Ανάμεσα στα πολλά μέτρα, που οι Αθηναίοι πήραν, για να α­ποδυναμώσουν τους πρώην συμμάχους τους, ήταν η μεταφορά του Τα­μείου από τη Δήλο στην Αθήνα (454 π.Χ.) και η απαγόρευση κοπής νομισμάτων απ' αυτούς (449 π.Χ.). Το άφθονο ασήμι των μεταλλείων του Λαυρίου μετασχηματιζόταν σε Τετράδραχμα που στήριζαν την ιμπε­ριαλιστική πολιτική της Αθήνας, αλλά και χρηματοδότησαν τα αθάνατα μνημεία που θα θαυμάζει για πάντα ο κόσμος.

Όπως όμως ήδη αναφέραμε, στα μέσα περίπου του Πελοποννησιακού πολέμου κλείνει για την ελληνική τέχνη η μεταδοτική περίοδος και αρχί­ζει η κλασική. Η νομισματική, που φυσικά συμπορεύεται με τις άλλες τέ­χνες, στα χρόνια αυτά θα δώσει τα αξεπέραστα αριστουργήματα της. Πριν όμως προχωρήσουμε, καλό θα ήταν να ρίξουμε μια ματιά στον τρό­πο κατασκευής του ελληνικού νομίσματος.

Η όλη διαδικασία μπορεί να διακριθεί σε τέσσερις χωριστές φάσεις:

α. Την κατασκευή των μήτρων,

β. Την ετοιμασία των σβώλων ή των δίσκων.

γ. Τον έλεγχο του βάρους,

δ. Το χτύπημα του νομίσματος.

Οι μήτρες κατασκευάζονταν από βαμμένο ορείχαλκο ή σίδερο. Ο χαράκτης με τη βοήθεια χαρακτικών εργαλείων και σφηνών φιλοτεχνού­σε στην επιφάνεια των μήτρων εσώγλυφη (αρνητική) την παράσταση. Δούλευε με γυμνό μάτι και ελεύθερο χέρι, λεπτομερειακά σχέδια, που μερικές φορές δεν ξεπερνούσαν μερικά χιλιοστά του μέτρου. Η κατα­σκευή της μήτρας πρέπει να απαιτούσε πολλές ώρες ή και μέρες δουλει­άς . Στα μικρά Νομισματοκοπεία, μπορούμε να υποθέσουμε πως όλες τις δουλειές τις έκαναν ένας-δυο τεχνίτες με τη βοήθεια μερικών δούλων. Στα μεγάλα όμως Νομισματοκοπεία, όπως της Αθήνας ή της Κορίνθου, θα πρέπει να δεχτούμε πως ένας ή δυο Χαράκτες θα ήταν απασχολημέ­νοι αποκλειστικά με την κατασκευή μήτρων. Έχει υποστηριχτεί και η άποψη πως οι Έλληνες Νομισματοκόποι γνώριζαν τη χρήση της θετικής μήτρας (Hub) που εφαρμόζεται στα σύγχρονα Νομισματοκοπεία. Η θετι­κή μήτρα φέρει την παράσταση της μιας όψεως του νομίσματος σε ανά­γλυφο (θετικό) και με τη βοήθεια της χτυπιόταν ολόκληρη σειρά από ό­μοιες μήτρες με την παράσταση εσώγλυφη, από τις οποίες γίνονταν στη συνέχεια τα νομίσματα. Με τη χρήση της θετικής μήτρας απόφευγαν την κατασκευή μήτρων κάθε φορά που η προηγούμενη χαλούσε από την πολ­λή χρήση. Αν πραγματικά η τεχνική αυτή εφαρμοζόταν από τα μεγάλα ελληνικά Νομισματοκοπεία, τότε η εργασία του Χαράκτη περιοριζόταν στην κατασκευή των θετικών μήτρων και στη διόρθωση επάνω στις αρ­νητικές μήτρες των μικρολεπτομερειών του σχεδίου που ίσως δεν είχαν αποτυπωθεί καλά με το χτύπημα.

Οι «δίσκοι» των ελληνικών νομισμάτων γίνονταν, κατά κανόνα, με χύσιμο του λιωμένου μετάλλου σε καλούπια. Τα καλούπια αυτά έδιναν μια μάλλον ημισφαιρική μάζα μετάλλου που δε θύμιζε καθόλου τους ση­μερινούς λεπτούς και επίπεδους δίσκους των νομισμάτων. Αυτή η κατα­σκευή των δίσκων έδινε στα νομίσματα το πάχος και τη στρογγυλεμένη περιφέρεια που αποτελούν τα χαρακτηριστικά των αρχαίων νομισμάτων.

Μια άλλη μέθοδος κατασκευής «δίσκων» που μάλλον χρησιμοποιήθηκε αργότερα και ίσως μόνο στα χάλκινα κέρματα, ήταν το χύσιμο του με­τάλλου σε μορφή ράβδου, που κατόπιν κοβόταν σε φέτες μ' ένα πριόνι.

Ακολουθούσε ο έλεγχος του βάρους των δίσκων. Κάθε ένας ζυγι­ζόταν χωριστά, από όσους βρίσκανε πως ήταν βαρύτεροι του κανονικού αφαιρούσαν λίγο μέταλλο με μια λίμα, ενώ όσοι ήταν ελαφρότεροι του κανονικού ρίχνονταν πάλι στο καμίνι για λιώσιμο. Στα ασημένια νομί­σματα ήταν πολύ προσεκτικοί στο θέμα του σωστού βάρους και πολύ μικρή ανοχή προς τα πάνω ή προς τα κάτω επιτρεπόταν. Στα χάλκινα δεν έδιναν και τόση σημασία, γι' αυτό και το βάρος τους ποικίλει αρκετά.

Το χτύπημα δείχνει να είναι μια απλή δουλειά που δε χρειάζεται παρά μόνο δύναμη. Απαιτούσε όμως αρκετή δεξιοτεχνία και εξάσκηση, θεωρητικά, το πρώτο χτύπημα του σφυριού δημιουργεί αρκετά εσώγλυφα στηρίγματα πάνω στο δίσκο, ώστε οι μήτρες να τον κρατούν ακίνητο στα επόμενα χτυπήματα. Το γεγονός όμως είναι πως διπλοχτυπημένα νο­μίσματα βρίσκονται αρκετά συχνά, πράγμα που σημαίνει πως ο δίσκος εύκολα ξέφευγε απ' τη θέση του. Η έλλειψη πείρας του τεχνίτη είχε επί­σης ως αποτέλεσμα έκκεντρα νομίσματα που προέρχονται από κακή τοποθέτηση των μήτρων. Καθώς τη δύναμη του χτυπήματος τη δέχεται ά­μεσα η επάνω μήτρα ενώ η πίεση στην κάτω μεταφέρεται μέσα από το πάχος του νομίσματος, υπάρχει μια τάση να έχουμε ψηλότερο ανάγλυφο στην πίσω όψη από ό,τι στην κύρια. Μόνο πεπειραμένοι τεχνίτες μπο­ρούσαν με κοφτά χτυπήματα να το αποφύγουν.

Οι δίσκοι ζεσταίνονταν πριν χτυπηθούν. Σπάνια χτυπιόνταν κρύοι. Οι δυο τρόποι έχουν τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα τους και δο­κιμάστηκαν και οι δυο. Οι κρύοι δίσκοι πιάνονταν με το χέρι, για να μπουν στο αμόνι αλλά χρειαζόταν μεγαλύτερη δύναμη και περισσότερα χτυπήματα. Οι θερμασμένοι έπρεπε να πιάνονται προσεκτικά με τσιμπί­δα και αυτό καθυστερούσε τη δουλειά και η θερμοκρασία τους μεταδιδό­ταν στις μήτρες και τις μαλάκωνε με αποτέλεσμα να χαλάνε γρηγορότερα.

Τους Νομισματολόγους έχει πολύ απασχολήσει το πόσα νομίσματα μπορούσε να χτυπήσει ένα ζευγάρι μήτρες. Συνήθως γίνεται δεκτός ο α­ριθμός 10.000. Αλλά ο αριθμός αυτός ανάλογα με τη σκληρότητα του με­τάλλου της μήτρας, τις συνθήκες εργασίας, την πίεση της δουλειάς, που μερικές φορές ανάγκαζε τους Νομισματοκόπους να χρησιμοποιούν «κου­ρασμένες» μήτρες, μπορεί να κατέβει στις 5.000 ή να φτάσει τις 30.000.

Η επάνω μήτρα δεχόταν τη δύναμη του χτυπήματος και γι' αυτό καταστρεφόταν πολύ γρηγορότερα από την κάτω. Αυτή η διαφορά ζωής των μήτρων είχε ως αποτέλεσμα το συνδυασμό της μακροβιότερης κάτω μήτρας με δύο ή περισσότερες επάνω. Το φαινόμενο αυτό, η διασύνδεση μήτρων, όπως ονομάζεται, δίνει με προσεκτική μελέτη τη χρονική αλλη­λοδιαδοχή μιας σειράς όμοιων νομισμάτων.

Η επισήμανση είναι μια ενέργεια εντελώς ξεχωριστή (νομικά, χρονικά και τοπικά) από την κοπή του νομίσματος. Αλλά καλό θα ήταν να μιλή­σουμε εδώ γι' αυτήν, ώστε να ολοκληρώσουμε την εικόνα της τεχνικής του αρχαίου νομίσματος.

Όπως ήδη αναφέραμε, η εσωτερική αξία του νομίσματος ήταν ίση ή ελάχιστα χαμηλότερη από την αξία του μετάλλου του. Αυτό του έδινε τη δυνατότητα μακροχρόνιας και ευρείας κυκλοφορίας εκτός αν το κράτος που το έκοψε έπαυε να το δέχεται. Τότε χρειαζόταν μια επαλήθευση ή επανεκτίμηση της αξίας του κάθε συγκεκριμένου νομίσματος και η έντα­ξη του στο νομισματικό σύστημα του κράτους, στο οποίο αυτό έτυχε να βρίσκεται. Αυτό γινόταν με την επισήμανση, το χτύπημα δηλαδή επάνω του ενός σημαδιού, που δήλωνε την παραδοχή της αρχικής ονομαστικής αξίας από την καινούργια του «πατρίδα» ή αποτελούσε ειδοποίηση προς τους συναλλασσόμενους για τη νέα του αξία ή ήταν απλώς ένα σήμα του Νομισματοκοπείου που τα έκοψε.

Τις αρχαιότερες επισημάνσεις βρίσκουμε επάνω σε Στατήρες από ήλεκ­τρο της Λυδίας. Υποτίθεται πως χτυπήθηκαν, όταν ο Κροίσος εγκατέλει­ψε το παλιό σύστημα και έκοψε χρυσούς και ασημένιους Στατήρες ή ό­ταν οι Πέρσες κατέλαβαν τη Λυδία και άρχισαν να κόβουν Δαρεικούς και Σίγλους. Ένα άλλο παράδειγμα κυκλοφορίας επισημασμένων νομι­σμάτων στην αρχαιότητα αποτελούν τα νομίσματα των Ηλείων. Τα νομί­σματα αυτά κόβονταν στην Ολυμπία και οι επιστήμονες τείνουν σήμερα να δεχθούν την άποψη πως οι τύποι τους άλλαζαν σε κάθε Ολυμπιάδα. Όσα όμως από τα παλιά κυκλοφορούσαν έξω από τα όρια της Ηλείας επισημαίνονταν και εξακολουθούσαν να γίνονται δεκτά στις συναλλαγές.

Η επισήμανση πάντως των νομισμάτων ήταν γενικά περιορισμένη σε εξαιρετικές περιπτώσεις και εφαρμοζόταν σε μικρή κλίμακα ως τους ελλη­νιστικούς χρόνους, οπότε η πρακτική αυτή έγινε συνηθισμένη.

Όπως αναφέραμε ήδη, η ονομαστική αξία του νομίσματος εξακολου­θούσε να είναι ίση με την εσωτερική του, την αξία δηλαδή του βάρους του μετάλλου του. Αυτό είχε ως συνέπεια την κοπή πολύ μικρών νομισμάτων που λόγω του μεγέθους τους δημιουργούσαν προβλήματα στους συναλλασσόμενους. Γνωρίζουμε, για παράδειγμα, πως για να μη χάνουν οι αρχαίοι τα «ψιλά» τους αναγκάζονταν να τα κρατούν μέσα στο στόμα τους. Οι δυσκολίες αυτές οδήγησαν στην επινόηση υποκατάστατων του νομίσματος κατασκευασμένων από κοινό μέταλλο, το χαλκό.

Ο χαλκός πρώτα χρησιμοποιήθηκε στη νομισματική από τους Έλληνες της Σικελίας και της Μεγάλης Ελλάδας προς τα τέλη του 5ου π.Χ. αιώ­να. Αυτό έγινε, επειδή οι ντόπιοι εξακολουθούσαν να χρησιμοποιούν στις συναλλαγές τους την αρχαία μέθοδο του ζυγισμένου χαλκού. Οι πό­λεις της κυρίως Ελλάδας άρχισαν να χρησιμοποιούν το χαλκό στα τελευ­ταία χρόνια του Πελοποννησιακού πολέμου. Απ' τους Έλληνες όμως το μέταλλο αυτό χρησιμοποιήθηκε για την κοπή μόνο κερμάτων, υποκατά­στατων δηλαδή του νομίσματος που διευκόλυναν απλώς τις επιτόπιες μικροσυναλλαγές. Οι Νομισματολόγοι ως πρόσφατα πολύ μικρή σημασία έ­διναν στα ελληνικά κέρματα και γι' αυτό οι γνώσεις μας είναι περιορι­σμένες σε σύγκριση με τις γνώσεις μας πάνω στα ασημένια νομίσματα.

Από τον Αριστοφάνη συμπεραίνουμε πως οι Αθηναίοι χρησιμοποίη­σαν χάλκινα κέρματα για πρώτη φορά γύρω στο 406 π.Χ. Υπάρχει μά­λιστα και η πιθανότητα τα νομίσματα αυτά να μην ήταν κέρματα αλλά χάλκινα κομμάτια με μια λεπτή επικάλυψη αργύρου, ώστε να έχουν την εμφάνιση κανονικών νομισμάτων. Από τον Αριστοφάνη πάλι μαθαίνου­με πως τα νομίσματα αυτά έπαψαν να γίνονται δεκτά στις συναλλαγές το 395 π.Χ.

Στα μέσα του 4ου π.Χ. αιώνα δυο νέες δυνάμεις αναπτύσσονται στα σύνορα του ελληνικού κόσμου. Στην κεντρική Ιταλία η Ρώμη σφυρηλα­τούσε τις βάσεις της δυνάμεως, που θα τη μετέβαλε σε κυρίαρχο της Με­σογειακής λεκάνης. Στη βόρεια Ελλάδα το μικρό Βασίλειο της Μακεδο­νίας, που κανένα σημαντικό ρόλο δεν είχε παίξει ως τότε στα ελληνικά πράγματα, οδηγημένο από τη μεγαλοφυία του Φίλιππου Β' (359-336 π. Χ.) έμελλε μέσα σε τριάντα χρόνια να αλλάξει τη μορφή του κόσμου. Όλοι γνωρίζουμε και θαυμάζουμε την εκστρατεία του Αλέξανδρου και τις περίλαμπρες νίκες του. Πολύ λίγο όμως συλλογιζόμαστε το κολοσσι­αίο έργο που αποτέλεσε την προϋπόθεση και την υποδομή εκείνης της εκστρατείας και που ήταν αποκλειστικό δημιούργημα του Φιλίππου Β'. Το μεγάλο κράτος με την τέλεια οργάνωση, ο πειθαρχημένος στρατός με τη νέα τακτική της φάλαγγας, η οικονομική ευρωστία, η ενότητα των Ελ­λήνων και άλλα ακόμα αποτέλεσαν τα στοιχεία εκείνα χωρίς τα οποία ο Αλέξανδρος θα παρέμενε ένας ασήμαντος βασιλιάς της Μακεδονίας, ό­πως τόσοι προγονοί του. Οι κοσμοϊστορικές αυτές μεταβολές άφησαν έν­τονα τα ίχνη τους στη νομισματική. Ο Φίλιππος Β' χρησιμοποίησε μαζι­κά για πρώτη φορά στην Ελλάδα, τα χρυσά νομίσματα. Οι Ρωμαίοι κα­τάργησαν τις πολυάριθμες νομισματοκοπίες και επέβαλαν σ' ολόκληρο το Μεσογειακό χώρο την κυκλοφορία των δικών τους νομισμάτων.

Με το θάνατο του Αλέξανδρου, το 323 π.Χ., σημειώνεται το τέλος της αρχαιότητας και η αρχή μιας νέας περιόδου, της ελληνιστικής. Τη θέση της αρχαίας πόλεως-κράτους παίρνουν τώρα τα απέραντα Βασίλεια που δημιουργούν οι «Διάδοχοι» και οι «Επίγονοι» του Αλέξανδρου. Αυτά τα κράτη είναι τα Ελληνιστικά Βασίλεια της Μακεδονίας, της Συρίας, της Αιγύπτου, του Λυσίμαχου στη Θράκη και Μικρά Ασία, της Περγάμου και της μακρινής Βακτρίας. Στην περιφέρεια του ελληνιστικού κόσμου υ­πάρχουν κράτη που κυβερνώνται από ντόπιες δυναστείες, αλλά δέχον­ται τον ελληνικό πολιτισμό και γι' αυτό ονομάζονται «Ελληνίζοντα». Τέτοια Βασίλεια είναι του Πόντου, της Βιθυνίας, της Κομμαγηνής, της Καππαδοκίας, της Αρμενίας, της Κιλικίας, της Ναβάθειας στην Αραβία, της Παρθίας, της Τραχονίτιδας, της Νουμιδίας, της Μαυριτανίας, της Αξώμης στην Αιθιοπία και άλλα.

Κατά την ελληνιστική εποχή μια σημαντική αλλαγή έγινε στη νομισμα­τική. Οι θεοί, που κοσμούσαν ως τότε τις κύριες όψεις των νομισμάτων, αντικαταστάθηκαν από προσωπογραφίες βασιλιάδων. Αυτή η αλλαγή έ­γινε σταδιακά μέσα από τα νομίσματα του Αλέξανδρου. Στα πολυάριθμα Τετράδραχμα που κόπηκαν στη διάρκεια της βασιλείας του, στην κύρια όψη εικονίζεται το κεφάλι του Ηρακλή με τη λεοντή, νέου και αγένειου. Σε πολλά απ' αυτά, τα χαρακτηριστικά του Ημιθέου θυμίζουν έντονα τα χαρακτηριστικά του Αλέξανδρου, όπως τα γνωρίζουμε από τα νομίσματα που κόπηκαν μετά το θάνατο του και από γλυπτά. Το εικονιζόμενο πρόσωπο όμως είναι πάντοτε ο Ηρακλής, όχι ο Αλέξανδρος, έστω και αν οι Χαράκτες χρησιμοποιούν τα χαρακτηριστικά του βασιλιά, για να αποδώσουν το πρόσωπο του Ημιθέου. Μετά το θάνατο του Αλέξανδρου οι Στρατηγοί του, που μοίρασαν μεταξύ τους το αχανές κράτος, εξακο­λουθούν να κόβουν «Αλέξανδρους» που όλο και συχνότερα φέρουν τα χαρακτηριστικά του νεκρού βασιλιά. Ο Αλέξανδρος έχει θεοποιηθεί. Α­πόδειξη αυτού αποτελούν μερικά νομίσματα που δεν ακολουθούν τον τύ­πο του Αλέξανδρου-Ηρακλή, αλλά εικονίζουν ξεκάθαρα τον Αλέξανδρο -θεό που φέρει τα συμβολικά κέρατα του Άμμωνα-Δία. Αλέξανδροι θα κόβονται συνεχώς στα επόμενα 200 χρόνια, σε περισσότερα από 100 Νο­μισματοκοπεία σκορπισμένα σ' ολόκληρο τον ελληνικό κόσμο. Σήμερα εί­ναι γνωστές γύρω στις 5.000 ποικιλίες αυτής της τεράστιας νομισματοκοπίας.

Παρ' όλο που ο γιος και διάδοχος του Αλέξανδρου, Αλέξανδρος Δ', είχε δολοφονηθεί το 310 π.Χ., μόλις το 306 ο Αντίγονος αυτοανακηρύχτηκε βασιλιάς δίνοντας τον τίτλο και στο γιο του Δημήτριο τον Πολιορ­κητή. Το παράδειγμα τον ακολούθησαν αμέσως ο Πτολεμαίος, ο Λυσίμα­χος, ο Σέλευκος και ο Κάσσανδρος. Μετά τη μάχη της Ιψού του 301 π.Χ., που σήμανε την οριστική διαίρεση της Αυτοκρατορίας του Αλέξαν­δρου, γίνεται και το τελευταίο βήμα στη μεταβολή του χαρακτήρα του ελληνικού νομίσματος. Οι πρώην στρατιώτες του Αλέξανδρου, που τώρα βασιλεύουν σε απέραντα κράτη, αρχίζουν, παράλληλα με την κοπή «Αλέξανδρων», να κόβουν και νομίσματα που φέρουν τα πορτραίτα, τα ο­νόματα τους και τον τίτλο του «Βασιλέως». Τα ελληνικά νομίσματα πέ­ρασαν από το ύψος των Ολύμπιων θεών στο θεοποιημένο νεκρό βασιλιά, για να καταλήξουν στους εστεμμένους στρατιώτες του Αλέξανδρου.

Τα νομίσματα των ελληνιστικών και ελληνιζόντων Βασιλείων αποτε­λούν θαυμάσιες πινακοθήκες των δυναστειών της εποχής και γι' αυτό οι θαυμαστές και συλλέκτες τους είναι πάμπολλοι. Η εξαίσια τέχνη τους, ι­δίως της πρώτης περιόδου (300-150 π.Χ.) θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως νατουραλισμός χωρίς υπερβολές. Τα χαρακτηριστικά του εικονιζόμε­νου προσώπου αποδίδονται πιστά, όχι εξιδανικευμένα ή εξωραϊσμένα. Ταυτόχρονα όμως τα πρόσωπα αυτά ακτινοβολούν μια μεγαλοπρέπεια (είναι η κληρονομιά των θεών των παλιότερων νομισμάτων), που αντα­ποκρίνεται στην ιδέα που οι άνθρωποι της εποχής εκείνης είχαν για τους βασιλιάδες τους.

Τα ελληνιστικά βασίλεια θα αλληλοσπαράσσονται επί 250 χρόνια. Η κυρίως Ελλάδα σ' όλο αυτό το διάστημα θα υφίσταται συνεχή αφαίμαξη ανθρώπινου δυναμικού, που χρησιμοποιείται στις αυλές, στη διοίκηση και τους στρατούς των ελληνιστικών και ελληνιζόντων βασιλείων. Οι ελληνιστικοί βασιλιάδες, είναι τόσο απασχολημένοι στους μεταξύ τους εγω­ιστικούς ανταγωνισμούς, ώστε δε θα ακούσουν τον κρότο του ρυθμικού βήματος των ρωμαϊκών λεγεώνων που πλησιάζουν, παρά μόνο όταν εί­ναι αργά. Ο καθένας τους θα αφήσει χαιρέκακα αβοήθητο τον ομόφυλο του γείτονα να αγωνιστεί μόνος του με τους Ρωμαίους χωρίς να υποψιά­ζεται πως το επόμενο θύμα θα 'ναι αυτός. Και το χειρότερο υπήρξαν Έλληνες, όπως οι βασιλιάδες της Περγάμου, που βοήθησαν τους Ρωμαίους εναντίον Ελλήνων. Πρώτο υπέκυψε το βασίλειο της Μακεδονίας, το 168 π.Χ., ύστερα από μια σειρά σκληρούς πολέμους. Η υπόλοιπη Ελλά­δα υποδουλώθηκε το 146. Κατόπιν ήρθε η σειρά του βασιλείου της Συρίας. Μετά την ήττα του Αντίοχου Γ' στη Μαγνησία, το 190, οι Σελευκίδες, έσυραν την ύπαρξη τους ως ημι-υποτελείς στη Ρώμη ως το 64 που ο Πομπήιος μετέβαλε τη Συρία σε ρωμαϊκή επαρχία. Το βασίλειο της Αι­γύπτου έπαψε να υπάρχει το 30 π.Χ., όταν η περίφημη «μύτη» της Κλε­οπάτρας έπαψε να γοητεύει τους ισχυρούς άντρες της Ρώμης.

Από το 2ο π.Χ. αιώνα, τα ελληνικά Τετράδραχμα γίνονται λεπτότερα και μεγαλύτερα και η εμφάνιση αυτών των «νέου τύπου» νομισμάτων ση­μειώνει και την απαρχή της πτώσεως της ελληνιστικής τέχνης. Απ' αυτά λείπει η φυσικότητα και η πρωτότυπη δημιουργική έμπνευση. Οι λεπτο­μέρειες έχουν εξαφανιστεί και στις περισσότερες περιπτώσεις τη θέση τους έχουν πάρει φλύαρες επιγραφές. Οι Ρωμαίοι για αρκετά χρόνια, σε μερικές πόλεις που συνθηκολόγησαν χωρίς πόλεμο, επέτρεψαν τη συνέχι­ση των αυτόνομων κοπών, που τις ονομάζουμε «Ελληνικές Αυτοκρατορικές» ή «Ελληνορωμαϊκές». Όσο όμως αισθάνονταν την κυριαρχία τους να σταθεροποιείται απαγόρευαν, στη μια μετά την άλλη την κοπή ασημέ­νιων ή και οποιουδήποτε νομίσματος. Χάλκινα νομίσματα, ωστόσο, εξα­κολούθησαν να κόβονται ως τα μέσα σχεδόν του 3ου μ.Χ. αιώνα. Στη Μικρά Ασία για λίγο ακόμα καιρό. Το Νομισματοκοπείο της Αλεξάν­δρειας ήταν το τελευταίο. Σταμάτησε την κοπή των χαρακτηριστικών ασημοχάλκινων Τετράδραχμών του στη διάρκεια της βασιλείας του Διοκλητιανού (284-305 μ.Χ.).

Τα ελληνορωμαϊκά νομίσματα δε διαφέρουν από τα σύγχρονα τους ρωμαϊκά παρά μόνο στο ότι φέρουν ελληνικές επιγραφές. Τη θέση όμως των λαμπρών προσωπογραφιών της πρώτης ελληνιστικής περιόδου έχει πάρει μια τεχνοτροπία που νομίζει κανείς πως επιδιώκει τον τονισμό και την υπερβολική προβολή των άσχημων χαρακτηριστικών του εικονιζόμε­νου προσώπου. Φυσικά τα ελληνορωμαϊκά νομίσματα στην ουσία δεν εί­ναι παρά κέρματα που χρησιμοποιούνται μόνο στην περιοχή της πόλεως που τα κόβει.

Για τετρακόσια χρόνια, δηλαδή ως τα τέλη του 7ου αιώνα που ξαναεμφανίζονται ελληνικές επιγραφές στα βυζαντινά νομίσματα, πάνω στα νομίσματα που κυκλοφορούν στον ελληνικό χώρο δεν υπάρχει τίποτα ελ­ληνικό. Οι επιγραφές είναι στη λατινική γλώσσα, τα εικονιζόμενα πρό­σωπα είναι Ρωμαίοι ή Βυζαντινοί Αυτοκράτορες και τις πίσω όψεις τους στολίζουν ρωμαϊκές θεότητες (έστω και αν μερικές απ' αυτές δεν είναι παρά εκρωμαϊσμένοι Έλληνες θεοί) που αργότερα δίνουν τη θέση τους σε χριστιανικά σύμβολα.

Για τους Ιστορικούς απαρχή της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας είναι το έτος 395 μ.Χ., όταν, μετά το θάνατο του Θεοδόσιου του Μεγάλου, το ρωμαϊκό κράτος μοιράστηκε από τους δυο γιους του και το Ανατολικό τμήμα αποτέλεσε αυτό που σήμερα ονομάζουμε Βυζάντιο.

Για τους Νομισματολόγους απαρχή της βυζαντινής νομισματοκοπίας είναι το έτος 498 μ.Χ. όταν ο Αναστάσιος Α' μεταρρύθμισε το νομισμα­τικό σύστημα. Από τα τέλη ήδη του 3ου αιώνα είχε γίνει αισθητή η α­νάγκη μιας διαιρέσεως της αυτοκρατορικής εξουσίας και της διοικήσεως, ώστε να εξυπηρετείται καλύτερα και ταχύτερα το αχανές ρωμαϊκό κρά­τος. Αν σκεφτούμε πως, για να φτάσει από μια συνοριακή επαρχία στη Ρώμη μια αναφορά, χρειάζονταν μερικές εβδομάδες και, για να σταλεί η απάντηση, άλλες τόσες, αντιλαμβανόμαστε τα προβλήματα που αντιμετώ­πιζε η Διοίκηση του. Ο Αυτοκράτορας Διοκλητιανός (284-305) αποφάσι­σε να μοιράσει την εξουσία του με άλλους τρεις Συναυτοκράτορες που εγκατεστημένοι σε διαφορετικές πόλεις διοικούσαν με απόλυτη εξουσία τμήματα του κράτους με κάποια λογική έκταση. Η Τετραρχία όμως απέτυχε, γιατί προσέκρουσε στη φιλοδοξία των Αυτοκρατόρων και ιδιαίτερα στην αχαλίνωτη φιλαρχία του Κωνσταντίνου, που πήρε τον τίτλο του Μεγάλου πολεμώντας και σκοτώνοντας του Συναυτοκράτορές του. Έτσι, η τεχνητή ενότητα του κράτους παρατάθηκε ως τα τέλη του 4ου μ.Χ. αιώνα. Το πρόβλημα όμως είχε γίνει πολύ οξύ λόγω των μεγάλων μετακι­νήσεων των λαών που ονομάζονται και επιδρομές των βαρβάρων και που συγκλόνισαν την Ευρώπη κατά τον 4ο και 5ο αιώνα. Το μοίρασμα, λοιπόν, του κράτους από τους δυο γιους του Θεοδόσιου Α' (379-395) ήρ­θε σαν κάτι φυσιολογικό. Τα δυο τμήματα διαμορφώθηκαν σε χωριστά κράτη που ακολούθησαν το καθένα την ιστορική του μοίρα. Το δυτικό δέχτηκε στα εδάφη του τον κύριο όγκο των μετακινούμενων λαών και η εγκατάσταση τους δημιούργησε νέα κράτη. Έπαψε και τυπικά να υπάρ­χει το 476 μ.Χ., όταν εκθρονίστηκε ο Ρωμύλος Αυγουστίλος. Το Ανατο­λικό τμήμα διατηρήθηκε περισσότερο από χίλια χρόνια και διαμορφώθη­κε σ' αυτό που σήμερα ονομάζουμε Βυζαντινή Αυτοκρατορία.

Ο Κωνσταντίνος Α', όταν απόμεινε μόνος κύριος του κράτους, θέλησε να βάλει κάποια τάξη στα οικονομικά του, που είχαν σοβαρά κλονιστεί από τους μακροχρόνιους εμφύλιους πολέμους. Ανάμεσα στα άλλα μέτρα που πήρε ήταν και η αναμόρφωση του νομισματικού συστήματος. Το 312 μ.Χ. αντικατέστησε το βασικό χρυσό ρωμαϊκό νόμισμα, τον Aureus, που κοβόταν με βάρος 1/60 της Λίβρας με το Σόλιδο (Solidus) με βάρος 1/72 της Λίβρας. Έκοψε επίσης και υποδιαιρέσεις του Σόλιδου το Σεμίσσις (Semissis), 1/2 του Σόλιδου και το 1 1/2 Σκρίπουλο (Scripulum) που αργό­τερα αντικαταστάθηκε από τον Τρεμίσσις (Tremissis) που ήταν το 1/3 του Σόλιδου. Αργότερα, κόπηκαν και δύο ασημένιες υποδιαιρέσεις: Το Μιλιαρήσιο (Miliarense), βάρους ίσου με του Σόλιδου και αξίας ίσης με το 1/18 του και η Σιλίκβα (Siliqua), που ήταν ίση με το 1/24 του. Στα χάλ­κινα κέρματα δεν άλλαξε τίποτα.

Τα χάλκινα τακτοποίησε, συμπληρώνοντας το νομισματικό σύστημα, ο Αναστάσιος Α'. Βασικό χάλκινο κέρμα έκαμε το Νούμμιο η Νούμιο (Numus ή Nummus) που ήταν ιδεατή μονάδα με πολλή μικρή αξία για να κοπεί πραγματικά. Το μεγαλύτερο κέρμα ήταν το Σαραντανούμιο που ο­νομαζόταν και Φόλλις (Follis). Στην πίσω όψη του αναγραφόταν η αξία με το ελληνικό γράμμα Μ που σημαίνει 40. Ο Μισός Φόλλις ή Εικοσανούμιο έφερε το γράμμα Κ (= 20) και το Δεκανούμιο το γράμμα Ι (= 10). Το 512 μ.Χ. το μέγεθος των χάλκινων κερμάτων μεγάλωσε και κόπηκαν και Πεντανούμια με το γράμμα Ε (=5). Οι Αυτοκράτορες Τιβέριος Β' Φωκάς και Ηράκλειος έκοψαν και Τριαντανούμια με την αξία τους γραμμένη ελληνικά (Λ) ή λατινικά (XXX).

Αξιοσημείωτη είναι η κοπή από τα Νομισματοκοπεία της Αλεξάνδρει­ας και της Θεσσαλονίκης χάλκινων κερμάτων με ιδιόρρυθμες αξίες (3, 6, 12 και 33 Νούμια απ’ το πρώτο και 2, 4, 8 και 16 Νούμια απ’ το δεύ­τερο) που προφανώς εξυπηρετούσαν τοπικές συναλλακτικές ανάγκες. Η εξάπλωση της Αυτοκρατορίας στη Δύση, με τις κατακτήσεις του Ιουστι­νιανού, επανέφερε τη χρήση των λατινικών αριθμών στα κέρματα που κόβονταν εκεί. Το βυζαντινό νομισματικό σύστημα, όπως διαμορφώθηκε από τον Αναστάσιο Α', είχε ως εξής:

ΧΡΥΣΑ

ΑΣΗΜΕΝΙΑ

ΧΑΛΚΙΝΑ

Σόλιδος

Σεμίσσις

Τρεμίσσις

Μιλιαρ.

Σιλίκβα

Φόλλις

Νούμιο

1

2

3

12

24

180

7.200

1

1 ½

6

12

90

3.600

1

4

8

60

2.400

1

2

15

600

1

7 ½

300

1

40

1

Το σύστημα αυτό πάντως, παρά τη χρήση δύο πολύτιμων μετάλλων και ενός κοινού, ήταν μονομεταλλικό, επειδή μόνο τα χρυσά νομίσματα είχαν ονομαστική αξία ίση με την εσωτερική τους. Τα ασημένια και τα χάλκινα ήταν κέρματα που η ονομαστική τους αξία ήταν ανώτερη από την αξία του μετάλλου τους και αποτελούσαν υποδιαιρέσεις του χρυσού δασικού νομίσματος, του Σόλιδου. Μια απόδειξη του γεγονότος αυτού αποτελεί και το ότι ασημένια κόβονταν σε μικρές ποσότητες, εκτός εξαι­ρετικών περιπτώσεων.

Στη διάρκεια της βασιλείας του Ιουστινιανού Α' (527-565) εμφανίστη­καν οι «Ελαφροί Σόλιδοι» που η κοπή τους συνεχίστηκε ως τη βασιλεία του Ιουστινιανού Β' (685-695). Αντί του κανονικού βάρους των 24 Κερα­τίων και της ισοτιμίας προς 24 Σιλίκβες του Σόλιδου, οι Ελαφροί Σόλιδοι ζύγιζαν 23 ή 22 ή 20 Κεράτια και αντιστοιχούσαν σε 23 ή 22 ή 20 Σιλίκδες. Η σύγχρονη έρευνα τείνει να δεχθεί πως τα νομίσματα αυτά κόπηκαν και χρησιμοποιήθηκαν ως υποδιαιρέσεις του Σόλιδου, αναγκαί­ες στις συναλλαγές λόγω των μεταβολών στη σχέση Χαλκού-Χρυσού.

Όταν ο Αναστάσιος Α' ανέβηκε στο θρόνο, λειτουργούσαν μόνο τα Νομισματοκοπεία της Κωνσταντινουπόλεως και της Θεσσαλονίκης. Στο τέλος της βασιλείας του λειτουργούσαν δύο ακόμα στη Νικομήδεια και την Αντιόχεια και στην επόμενη δεκαετία προστέθηκαν η Κύζικος και η Αλεξάνδρεια. Οι κατακτήσεις του Ιουστινιανού δημιούργησαν νέες ανάγ­κες σε νόμισμα, τις οποίες ανέλαβαν να καλύψουν τα Νομισματοκοπεία της Καρχηδόνας και της Κωνσταντίνης στη Βόρεια Αφρική, της Ραβέν­νας, της Ρώμης και της Περούτζιας στην Ιταλία και Σάλωνος στη Δαλ­ματία.

Την ίδια εποχή άρχισε να λειτουργεί και το Νομισματοκοπείο της Χερσώνας στην Κριμαία, που οι ιδιόρρυθμες κοπές του συνεχίστηκαν ως τις αρχές του 11ου αιώνα.

Τα βυζαντινά νομίσματα και ιδιαίτερα ο Σόλιδος κυκλοφορούσαν σε μια τεράστια γεωγραφική έκταση που κάλυπτε ολόκληρη την Ευρώπη, τη Βόρεια Αφρική και την Ασία ως την Ινδία. Αυτό έδινε μια θαυμάσια δυνατότητα προβολής της αυτοκρατορικής εξουσίας και πολιτικής. Κάθε καινούργιος Αυτοκράτορας φρόντιζε να κόψει αμέσως νομίσματα που έφεραν το όνομα του, ώστε η κατοχή της εξουσίας, έστω και όταν αυτό είχε γίνει με δολοφονία του προκατόχου ή επανάσταση, να πάρει όψη νομιμότητας στα μάτια των υπηκόων του αλλά και των ξένων. Μέσα επί­σης από τα νομίσματα προβαλλόταν η συνεχώς εξελισσόμενη φιλοσοφία της φύσεως της αυτοκρατορικής εξουσίας, η ανάπτυξη των επίσημων θρησκευτικών δογμάτων, η οικονομική πολιτική του κράτους, κ.λπ.

Ο Ηράκλειος (610-641) στα πλαίσια της προετοιμασίας του για την ε­πικίνδυνη αναμέτρηση με τους Πέρσες ανέλαβε μια έντονη προσπάθεια για ανόρθωση των οικονομικών του κράτους. Ανάμεσα στα άλλα μέτρα του ήταν και η κοπή νέου ασημένιου νομίσματος, του Εξάγραμμου. Σε αντίθεση με ό,τι γινόταν ως τότε, το νέο νόμισμα κόπηκε σε τεράστιες ποσότητες και οι κρατικές πληρωμές γίνονταν μισές σε Σόλιδους και μι­σές σε Εξάγραμμα. Το κράτος επέβαλε ως ονομαστική αξία του νέου νο­μίσματος αυτή των δύο Μιλιαρησίων, ενώ το βάρος του ήταν μόνο 6,5 γραμμάρια αντί των 9 γραμμαρίων δύο παλιών Μιλιαρησίων. Αυτό σήμαινε πως ο Σόλιδος υποχρεωτικά ανταλλασσόταν με 6 Εξάγραμμα, αντί 8 που θα ήταν το σωστό με βάση το βάρος του. Ένας σύγχρονος Οικονομολόγος θα ονόμαζε το μέτρο αυτό «αναγκαστικό εσωτερικό δά­νειο». Ο Ηράκλειος είχε την ατυχία να ζήσει αρκετά, για να δει την εμφάνιση των Αράδων και την κατάρρευση του έργου της ζωής του κά­τω από τα χτυπήματα τους. Οι Άραβες με το φανατικό δυναμισμό τους μέσα σε λίγα χρόνια αφαίρεσαν για πάντα απ' το Βυζάντιο την Περσία, τη Συρία, την Παλαιστίνη και την Αίγυπτο.

Στα μέσα του 7ου αιώνα ο πληθωρισμός εξαφάνισε τα μικρότερα χάλ­κινα κέρματα και το βάρος και το μέγεθος αυτών που εξακολουθούσαν να κόβονται έχει μειωθεί σημαντικά. Η μικρότερη αξία που κυκλοφορεί είναι το Δεκανούμιο. Τα Σαραντανούμια του Κωνστάντα Β' (641-668), δεν είναι μεγαλύτερα από τα Δεκανούμια του Ιουστινιανού Α' (527-565). Στη διάρκεια του 8ου αιώνα εξαφανίζονται τα Δεκανούμια και τα Εικοσανούμια. Μόνο οι Φόλλεις εξακολουθούν να κόβονται, που όμως η α­ξία τους έχει μειωθεί δραματικά. Τώρα χρειάζονται 24 Φόλλεις, αντί 15, για ένα Μιλιαρήσιο, και 228, αντί 180, για ένα Σόλιδο.

Στο μεταξύ η ελληνική γλώσσα έπαιρνε τη θέση της λατινικής σιγά-σιγά. Αυτό ήταν φυσικό και αναγκαίο, επειδή Έλληνες ήταν εγκαταστη­μένοι, από την ελληνιστική εποχή, στις περισσότερες χώρες που, τώρα απάρτιζαν τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, αλλά και επειδή η ελληνική χρησιμοποιούταν ως μέσο επικοινωνίας των ποικίλων εθνοτήτων που ήταν υπήκοοι του Αυτοκράτορα. Ήδη ο Αρκαδίας (395-408) είχε επιτρέψει τη σύνταξη των δικαστικών αποφάσεων στην ελληνική, οι πράξεις και οι κανόνες των Συνόδων χρησιμοποιούσαν αυτή τη γλώσσα και το τελευταί­ο νομοθετικό έργο του Ιουστινιανού Α' (527-565) οι Νεαρές, γράφηκαν ελληνικά. Στα νομίσματα η αντικατάσταση της λατινικής με την ελληνική άρχισε στα τέλη του 7ου αιώνα. Γίνεται σταδιακά με ένα βαρβαρικό α­νακάτωμα των δύο αλφαβήτων. Στις επιγραφές τα ελληνικά γράμματα Ρ και Υ παίρνουν τη θέση των λατινικών R και U. Στα μέσα του 8ου αιώ­να εγκαταλείπεται ο ρωμαϊκός τίτλος του Αυτοκράτορα Augustus, χάρη του ελληνικού «Βασιλέως». Οι επιγραφές όμως θα εξακολουθήσουν να γράφονται με τα δυο αλφάβητα και το μίγμα αυτό θα αποτελέσει τη βυ­ζαντινή γραφή. Για παράδειγμα ο ΧΡΙΣΤΟΣ γράφεται XRISTOS και οι ΒΑΣΙΛΕΙΣ, BASILIS.

Στα τέλη του 7ου αιώνα ο Χαλίφης Αμπντ ελ Μαλίκ καθόρισε στο κράτος του τη σχέση χρυσού-αργύρου σε 1:10 ενώ στο Βυζάντιο ήταν 1:14. Όπως ήταν φυσικό, μεγάλες ποσότητες βυζαντινού αργύρου βρή­καν το δρόμο για τις αραβικές περιοχές και η κοπή ασημένιων νομισμά­των σταμάτησε στην Αυτοκρατορία ως τη βασιλεία του Λέοντος Γ' του Ίσαυρου (717-741), που ξαναεμφανίστηκε το Μιλιαρήσιο. Τα νέα Μιλιαρήσια, όμως ζύγιζαν μόνο 3 γραμμάρια αντί 4,5 και 12 απ' αυτά ανταλ­λάσσονταν με ένα Σόλιδο.

Από τα μέσα του 8ου αιώνα μειώνεται σημαντικά και η κοπή χρυσών Σεμίσσεων και Τρεμίσσεων, για να σταματήσει οριστικά στη βασιλεία του Βασιλείου Α', (867-886). Στα χρόνια του Νικηφόρου Β' Φωκά (963-969) δημιουργείται η πρώτη σοβαρή κρίση στο χρυσό νόμισμα με την κο­πή, παράλληλα με το Σόλιδο, ενός νέου νομίσματος, του Τεταρτηρού, ό­μοιου στην εμφάνιση και το μέγεθος με το Σόλιδο αλλά ελαφρότερου κατά 8%. Ο Σόλιδος τώρα παίρνει την ονομασία Ιστάμενο και ζυγίζει 4,40 γραμμάρια περίπου, ενώ το Τεταρτηρό 4,05. Οι κρατικές πληρωμές γίνονται μόνο σε Τεταρτηρά, ενώ οι φόροι εισπράττονται μόνο σε Ιστά­μενα. Αυτό σημαίνει πως το κράτος πραγματοποιούσε ένα σημαντικό κέρδος και συμφωνά με τους χρονογράφους της εποχής Κεδρηνό και Ζωναρά, το μέτρο προκάλεσε μεγάλη λαϊκή αγανάκτηση. Πρέπει όμως να θυμηθούμε πως η Αυτοκρατορία εκείνη την εποχή ανέλαβε μια έντονη και μακροχρόνια πολεμική προσπάθεια, με τους Αυτοκράτορες-Στρατιώτες Νικηφόρο Φωκά, Ιωάννη Τσιμισκή και Βασίλειο Βουλγαροκτόνο. Για να στηρίξει λοιπόν αυτή την προσπάθεια, ήταν απαραίτητο να αυξήσει τα οικονομικά της μέσα και αυτό το πέτυχε με την κοπή του Τεταρτηρού και την περίτεχνη χρησιμοποίηση του. Πρέπει να ομολογήσουμε πως από τους Βυζαντινούς Οικονομολόγους δεν έλειπε η πρωτοτυπία και η φαν­τασία στην επιβολή έμμεσων φόρων. Όταν τελικά οι πολεμικοί στόχοι του κράτους πραγματοποιήθηκαν με την ανάκτηση της Κρήτης, της Κύ­πρου και της Συρίας και τη συντριβή της δυνάμεως των Βουλγάρων και των Ρώς, ο Βασίλειος ο Βουλγαροκτόντος μεγάλωσε το μέγεθος των Ι­στάμενων και μίκρυνε των Τεταρτηρών, ώστε να διακρίνονται εύκολα τα πρώτα από τα δεύτερα.

Το έργο της Μακεδονικής δυναστείας, που τόσο άξιους Αυτοκράτορες ανέδειξε, έμελλε να ανατραπεί από το τελευταίο μέλος της. Η αυτοκρά­τειρα Ζωή και οι αλλεπάλληλοι σύζυγοι της, μέλη της αριστοκρατίας της πρωτεύουσας ή μεγάλοι γαιοκτήμονες, με τα τεράστια προνόμια που πα­ραχώρησαν στις ισχυρές αυτές τάξεις όχι μόνο προκάλεσαν σημαντική μείωση των κρατικών εσόδων, αλλά εξόντωσαν την τάξη των Προνοιαρίων, των ακριτών μικρογαιοκτημόνων-στρατιωτών. Ταυτόχρονα το με­γάλωμα του κράτους δημιούργησε την ανάγκη αυξήσεως της ποσότητας του χρήματος που κυκλοφορούσε, στην οποία δεν μπορούσαν να ανταπο­κριθούν τα σε χρυσό αποθέματα. Το πρόβλημα λύθηκε με τη μείωση του χρυσού των Ισταμένων που επέτρεπε την κοπή περισσότερων νομισμάτων απ' την ίδια ποσότητα μετάλλου. Έτσι, μετά από 700 χρόνια συνεχούς κοπής σε 24 καράτια, στη διάρκεια της βασιλείας του Κωνσταντίνου θ', τα βυζαντινά νομίσματα κόβονται σε 18 καράτια. Η οικονομία υγιής και σε ανάπτυξη, ξεπέρασε τη δοκιμασία. Οι επόμενοι αυτοκράτορες, ενθαρρυμένοι από τη συνέχιση της ευημερίας, μείωσαν ακόμα περισσότερο τη σε χρυσό περιεκτικότητα των νομισμάτων τους αντιμετωπίζοντας έτσι βραχυχρόνια τη σε πολύτιμο μέταλλο ανάγκη αλλά μακροχρόνια υπονόμευσαν το οικοδόμημα, που με τόση περίσκεψη είχε χτιστεί και διαφυλα­χτεί επί αιώνες. Η βυζαντινή τραγωδία είναι μια δημοσιονομική τραγω­δία, έγραφε ο Sir Steven Ranciman, και τις πρώτες πράξεις αυτής της τρα­γωδίας αποτελούν οι συνεχείς υποτιμήσεις του νομίσματος. Απ' την άλλη μεριά η καταστροφή των Προνοιαρίων με την απορρόφηση των μικρών κτημάτων τους από τους ισχυρούς γαιοκτήμονες, και η χρησιμοποίηση όλο και περισσότερων μισθοφόρων, ήταν η. βασική αιτία της καταλήψεως της Μικράς Ασίας, από τους Σελτζούκους Τούρκους. Μετά την καταστροφή αυτή εκδηλώνεται και η μεγάλη οικονομική κρίση. Τα χρυσά νο­μίσματα συνεχίζουν τον ασυγκράτητο πια κατήφορο τους τόσο που, όταν στο θρόνο ανεβαίνει ο Αλέξιος Α' Κομνηνός (1081-1118), τα Ιστάμενα και τα Τεταρτηρά ή είναι από σκέτο ασήμι (μερικές φορές μάλιστα νο­θευμένο κι αυτό) ή περιέχουν ελάχιστο χρυσό, που στις καλύτερες περι­πτώσεις μόλις φτάνει τα 7 καράτια. Η κατάσταση της Αυτοκρατορίας είναι απελπιστική. Ο Αλέξιος, εκτός από τους Τούρκους, έχει να αντι­μετωπίσει και τους Νορμανδούς, που έχοντας καταλάβει τα τελευταία βυζαντινά εδάφη στην Ιταλία, έχουν αποβιβαστεί στο Δυρράχιο απει­λώντας την ίδια την ύπαρξη του κράτους. Για να εξασφαλίσει τη βοή­θεια του ναυτικού της Βενετίας, ο Αυτοκράτορας αναγκάζεται να παρα­χωρήσει τέτοια προνόμια, που σε λίγο το βυζαντινό εμπόριο, εξασθενη­μένο ήδη από την οικονομική κρίση, εξουθενώνεται τελείως από τον άνι­σο ανταγωνισμό των Ιταλών.

Χάρη στις στρατιωτικές και διπλωματικές ικανότητες του Αλέξιου α­ναχαιτίζονται οι Νορμανδοί και συντρίβονται οι Πετσενέγοι. Όταν το 1092 το κράτος καταφέρνει να πάρει μια ανάσα, ο Αυτοκράτορας επι­χειρεί να αποκαταστήσει το νόμισμα αποβλέποντας σε ανόρθωση της οι­κονομίας. Το νέο νόμισμα ονομάζεται Υπέρπυρο και έχει το βάρος του παλιού Ιστάμενου αλλά ο χρυσός του είναι 20-21 καρατίων. Κόβονται και δύο υποδιαιρέσεις του Υπέρπυρου. Το Άσπρο Τραχύ έχει το ίδιο βάρος με το Υπέρπυρο, αλλά είναι των 8 καρατιών και αντιστοιχεί στο 1/3 του. Το Στάμενο είναι χάλκινο με μόνο μια αναλογία 7% περίπου αργύρου και αντιστοιχεί στο 1/48 του Υπέρπυρου. Κόβονται επίσης χάλ­κινα Τεταρτηρά και Μισά Τεταρτηρά, που η σχέση τους με τα άλλα νο­μίσματα δε μας είναι γνωστή.

To 1204, μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως από τους Σταυροφόρους, δημιουργούνται τρία ανεξάρτητα βυζαντινά κράτη. Οι αυτοκρα­τορίες της Νίκαιας και της Τραπεζούντας και το Δεσποτάτο της Ηπείρου που το 1224 μετασχηματίστηκε στην Αυτοκρατορία της Θεσσαλονίκης .Τα κράτη της Νίκαιας και της Θεσσαλονίκης αποδύονται σε άγριο μεταξύ τους ανταγωνισμό. Η αυτοκρατορία της Τραπεζούντας αυτοαπομονώνεται και ποτέ δεν πρόκειται να παίξει κάποιο ρόλο στις εξελίξεις των ευ­ρύτερων πολιτικών πραγμάτων, παρ' όλο που επέζησε ως το 1461.

Οι Αυτοκράτορες της Νίκαιας έκοψαν νομίσματα που ακολουθούσαν τους τύπους των νομισμάτων του Αλέξιου Α' και των διαδόχων του. Τα Υπέρπυρά τους όμως είναι 16 καρατιών. Οι Δεσπότες της Ηπείρου έκο­ψαν ασημένια Τραχέα και χάλκινα Τεταρτηρά και Μισά Τεταρτηρά. Πρέ­πει να τονιστεί όμως ιδιαίτερα πως η νομισματοκοπία αυτής της περιό­δου παραμένει αξεκαθάριστη, ιδίως στα χάλκινα νομίσματα. Τούτο οφεί­λεται αφ' ενός στο ότι τους τύπους των βυζαντινών, χρησιμοποιούσαν οι Λατίνοι «Αυτοκράτορες» της Ρωμανίας και οι Βούλγαροι, και αφ' ετέρου στο ότι η ποιότητα των νομισμάτων είναι τόσο χαμηλή, που σπάνια οι επιγραφές (όταν υπάρχουν) μπορούν να διαβαστούν. Οι ως σήμερα μελέτες καταλήγουν σε διαφορετικές απόψεις και φαίνεται πως θα χρειαστεί πολύς χρόνος και πολύς κόπος ακόμα ώσπου να φτάσουμε σε οριστικά συμπεράσματα γι' αυτές τις χάλκινες απομιμήσεις.

Παρά την κατάληψη της Κωνσταντινουπόλεως το 1261, η Αυτοκρατο­ρία δεν καταφέρνει να αποκαταστήσει την ενότητα της. Τα οικονομικά της πάνε από το κακό στο χειρότερο, επειδή το Ανατολικό εμπόριο, βρί­σκεται στα χέρια των Ιταλών. Οι Αυτοκράτορες για αντίβαρο στη βενε­τσιάνικη δύναμη παραχωρούν προνόμια στους Γενοβέζους και, όταν αυ­τοί παραγίνονται επικίνδυνοι, δίνουν νέα προνόμια στους Βενετσιάνους. Αυτός ο φαύλος κύκλος οδηγεί σε συνεχώς μεγαλύτερη οικονομική αδυ­ναμία του Βυζαντίου, επειδή προνόμια σημαίνει πρώτιστα απαλλαγή από κάθε φόρο ή δασμό και την παραχώρηση εμπορικών βάσεων. Η οικονο­μική αδυναμία έφερε και τη συνεχή πτώση της στρατιωτικής ισχύος της Αυτοκρατορίας.

Από τα τέλη του 13ου αιώνα στην Ανατολή κυριαρχούν τα βενετσιάνι­κα Δουκάτα ή Τσεκίνια και τα ασημένια Γκρόσσι. Τα υποτιμημένα βυ­ζαντινά νομίσματα έχουν χάσει την εμπιστοσύνη του κοινού. Υπέρπυρα κόβονταν από τον Μιχαήλ Η', σε χρυσό 14 καρατίων και βάρους περί­που 4 γραμμαρίων. Οι διάδοχοι του όμως αναγκάζονται να μειώνουν συνεχώς το χρυσό των Υπέρπυρών τους που, στη διάρκεια της βασιλείας του Ιωάννη Ε', φτάνει στα 11 μόνο καράτια. Στα χρόνια του Ανδρόνικου Γ' (1328-1341) κόβονται τέσσερα νομίσματα που κυκλοφορούν στο εξής σύστημα:

ΧΡΥΣΟ

ΑΣΗΜΕΝΙΟ

ΑΣΗΜΟΧΑΛΚΙΝΟ

ΧΑΛΚΙΝΟ

Υπέοπυρο

Βασιλικό

Τορνέζιο

Στάμενο

1

12

96

384

1

8

32

1

4

1

Οι Βυζαντινοί καταφέρνουν ακόμα να εκμεταλλεύονται τους ανταγωνι­σμούς των Ευρωπαίων και των Τούρκων' κατακτητών. Έτσι, η επιθανάτια αγωνία της Αυτοκρατορίας παρατείνεται για 150 χρόνια. Αντί όμως να κινητοποιήσουν τις τελευταίες δυνάμεις του κράτους σε μια προσπάθεια σωτηρίας, οι τελευταίοι Αυτοκράτορες αναλίσκονται σε δυ­ναστικούς ανταγωνισμούς και εμφύλιους πολέμους. Ο Ανδρόνικος Γ' πο­λεμάει εναντίον του παππού του Ανδρόνικου Β' (1320-1328), ο Ιωάννης Στ' Καντακουζηνός εναντίον του Ιωάννη Ε' Παλαιολόγου (1341-1354), ο Ανδρόνικος Δ' εναντίον του πατέρα του Ιωάννη Ε' (1376-1379). Στο με­ταξύ οι Τούρκοι ενώνονται και οργανώνονται. Το 1329 παίρνουν τη Νί­καια και το 1337 τη Νικομήδεια, τελευταίο σοβαρό στήριγμα της Αυτοκρατορίας στη Μικρά Ασία. Πατούν για πρώτη φορά σε ευρωπαϊκό έδα­φος ως σύμμαχοι του Ιωάννη Στ' στον εμφύλιο πόλεμο. Από το 1356 αρ­χίζουν να εξαπλώνονται και το 1357 κυριεύουν την Αδριανούπολη που ο Σουλτάνος Ορχάν κάνει πρωτεύουσα του. Τώρα πλέον γίνονται οι ρυθ­μιστές των πραγμάτων της Βαλκανικής. Η άλλοτε πανίσχυρη Αυτοκρατο­ρία δεν είναι πλέον παρά ένα θλιβερό κρατίδιο υποτελές στους Τούρ­κους .

Γύρω στο 1370 ο Ιωάννης Ε' επιχειρεί την τελευταία νομισματική μεταρρύθμιση. Το Υπέρπυρο διατηρείται ως ιδεατή νομισματική μονάδα και το μεγαλύτερο νόμισμα που κόβεται είναι ασημένιο στον τύπο του Γκρος, που αντιστοιχεί σε Μισό Υπέρπυρο. Έτσι, το τελευταίο βυζαντινό νομισματικό σύστημα διαμορφώθηκε ως εξής:

ΙΔΕΑΤΟ

ΝΟΜΙΣΜΑ

ΑΣΗΜΕΝΙΑ

ΧΑΛΚΙΝΑ

Υπέρπυρο

1/2 Υπέρπυρο

1/4 Υπέρπ

1/16 Υπέρπ

Γορνέζιο

Φόλλαρο

1

2

4

16

192

576

1

2

8

96

288

1

4

48

144

1

12

36

1

3

1

Μέσα στην πολιορκημένη απ' τους Τούρκους Κωνσταντινούπολη, «ε­πειδή χρημάτων εσπάνιζον τα βασίλεια δια τον μισθόν των στρατιωτών, προσέταξεν ο βασιλεύς λαβείν τα των εκκλησιών σκεύη άγια και αφιερω­μένα τω θεώ και χρήματα εποίησαν».

 

Πηγή:
Αναστάσιος Π. Τζαμαλής
Πρόεδρος Νομισματικής Εταιρείας

Βιβλίο: Τα νομίσματα της νεότερης Ελλάδος 1828 - 1979

Προηγούμενη σελίδα - Κεντρική σελίδα - Κατάλογος