Μάρκες…

Όλοι ίσως έχουμε πάει σε κάποιο Λούνα Πάρκ, όπου συνήθως μας ανταλλάσσουν τα χρήματά μας με δικά τους, τις γνωστές «μάρκες».

Μέχρι εδώ ίσως τα γνωρίζουμε όλοι. Αυτό που όμως δεν γνωρίζουμε όλοι είναι ότι οι μάρκες έχουν ιστορία και μάλιστα πολλά έτη πριν.

Οι μάρκες έχουν χρησιμοποιηθεί κατά το παρελθόν με διάφορες μορφές και από διάφορες επιχειρήσεις ή κοινωνικές ομάδες. Συχνά σε περιόδους που δεν επαρκούσαν τα κρατικά νομίσματα, μεγάλες επιχειρήσεις έκοβαν δικά τους νομίσματα «μάρκες» όπου συνήθως έβαζαν επάνω τα διακριτικά τους και χρησημοποιόντουσαν για τις συναλλαγές τόσο εντός της εταιρείας όσο και εκτός, με συνεργαζόμενες προς την εταιρεία επιχειρήσεις.

Ένα πιο συγκεκριμένο παράδειγμα θα μας βοηθήσει να καταλάβουμε περισσότερα για την εφαρμογή του ιδιότυπου αυτού νομίσματος.

Η επιχείρηση τάδε που είναι κυλινδρόμυλος και παράγει αλεύρι δίνει στους εργαζόμενους ένα μέρος του μισθού τους σε κέρματα τυπωμένα από αυτήν τις γνωστές «μάρκες της εταιρείας». Οι εργαζόμενοι όταν πρόκειται να αγοράσουν κάτι από το κυλικείο ή το εστιατόριο ή το κατάστημα που υπάρχουν στους χώρους της επιχείρησης, πληρώνει με μάρκες της επιχείρησης οι οποίες γίνονται δεκτές έναντι της αντίστοιχης αξίας του κανονικού κρατικού νομίσματος που αναφέρουν επάνω. Οι εργαζόμενοι επίσης όταν πρόκειται να αγοράσουν ψωμί, το αγοράζουν από κάποιον από τους φούρνους της πόλης οι οποίοι συνεργάζονται με την εταιρεία και δέχονται να πληρώνονται με μάρκες. Οι φούρνοι αυτοί στην συνέχεια όταν πρόκειται να αγοράσουν πρώτη ύλη (αλεύρι) από την εταιρεία, πληρώνουν με μάρκες της εταιρείας, τις οποίες έχουν από τους πελάτες (και υπαλλήλους της εταιρείας) είναι κατανοητό πλέον πόσο εύκολα έμπαιναν στην κυκλοφορία σε τοπικές οικονομίες και κυκλοφορούσαν παράλληλα με τα κρατικά κέρματα. Η αναγραφή επάνω της αξίας στην οποία αντιστοιχούσαν διευκόλυνε την κυκλοφορία τους στις τοπικές κοινωνίες.

Σε περιόδους δε όπως αυτήν του 1893 (Χ. Τρικούπης, Δυστυχώς επτωχεύσομεν) υποκαθιστούσαν αναγκαστικά τα κρατικά νομίσματα μια και τα τελευταία δεν επαρκούσαν αφού το Ελληνικό κράτος περνούσε εσωτερικές και εξωτερικές περιπέτειες. (πόλεμος του 1897, Επανάσταση 1909, Βαλκανικοί Πόλεμοι 1912-1913, Παγκόσμιος Πόλεμος και Διχασμός 1914-1918, Μικρασιατική Εκστρατεία 1919-1922) οι οποίες δεν επέτρεψαν την νομισματική ισορροπία μέχρι την κοπή νέων κερμάτων το 1912. Έτσι, ένας από τους τρόπους με τους οποίους η ιδιωτική πρωτοβουλία κάλυψε την κρατική αδυναμία ήταν η κοπή από μεγάλες επιχειρήσεις της εποχής, δικών τους νομισμάτων «μάρκων» τα οποία δίνονταν ως ρέστα στους πελάτες ή συμπλήρωναν τους μισθούς των υπαλλήλων τους.
Τα "νομίσματα" αυτά ανέφεραν το ποσό στο οποίο αντιστοιχούσαν και έφερναν τα διακριτικά της επιχείρησης που τα έκοβε.
Ιδιαίτερα εντυπωσιακό το κέρμα της εταιρείας ραπτομηχανών Σίγγερ, το οποίο από την μια μεριά έχει διακριτικά της εταιρείας και από την άλλη περικλείει γραμματόσημο με την ένδειξη ισοτιμίας 5 λεπτών.
Αυτό το εκπληκτικής σύλληψης εύρημα μας δείχνει τα εξής.: Αφού δεν υπήρχαν "ψιλά" δεν μπορούσε να δώσει ρέστα στον πελάτη (η εταιρεία είχε καταστήματα σε διάφορα μέρη της Ελλάδος με ραπτομηχανές και αναλώσιμα αυτών) έτσι φτιάξανε λοιπόν αυτό το περίεργο κέρμα από λεπτό φύλο αλουμινίου με ανάγλυφο το σήμα της εταιρείας και από την άλλη πλευρά εσωκλείουν ένα γραμματόσημο μικρής αξίας μόλις 5 λεπτών. Έτσι είναι λογικό ότι αφού δε υπήρχαν ψιλά, έδιναν στον πελάτη τέτοια κέρματα για ρέστα. Έτσι όταν ο πελάτης θα πήγαινε ξανά, μπορούσε να πληρώσει με αυτά τα κέρματα για να πάρει τις κλωστές και τα διάφορα μικρής αξία αναλώσιμα. Το νόμισμα αυτό μπήκε εύκολα στην ευρύτερη κυκλοφορία για ένα ακόμα λόγο, ότι εκτός ότι το εγγυάται η εταιρεία, η αξία του είναι ίση με την αξία του γραμματοσήμου που περιέχει, έτσι αν δεν πήγαινε ο πελάτης ξανά στην εταιρεία και δεν το δεχόταν η αγορά στις συναλλαγές του, μπορούσε να βγάλει το γραμματόσημο και να το κολλήσει σε κάποιο γράμμα. Δηλαδή κάνανε την διαφήμιση τους, εξυπηρετήσανε και εξασφαλίσανε τον πελάτη ενώ ταυτόχρονα εξυπηρετήθηκε και η επιχείρηση που χωρίς τα κέρματα αυτά θα δυσκολευόταν να πουλήσει τα μικρής αξίας αναλώσιμα, (εμπορεύματα) της.
Αυτά τα σπάνια σήμερα δείγματα της νεώτερης νομισματικής ιστορίας της Ελλάδος «οι μάρκες» δεν έχουν ακόμα μελετηθεί διεξοδικά και έτσι περιοριζόμαστε στην ενδεικτική παρουσίαση μερικών από αυτά.


Ιδιωτικά "κέρματα" μάρκες μεγάλων επιχειρήσεων





Περιγραφή
Η ιδιωτική κοπή κερμάτων "μάρκες" παρατηρείτε έντονα από επιχειρήσεις, τα έτη 1880 - 1928, για να καλύψει τη σημαντική έλλειψη νομισμάτων στις συναλλαγές που παρατηρήθηκε κατά την περίοδο αυτή.
Ιδιαίτερης σημασίας τα κέρματα της εταιρείας ραπτομηχανών Σίγγερ, της εταιρείας που έφτιαξε την Κακιά Σκάλα και άλλων μεγάλων εταιρειών της εποχής.

 

Όμως και κατά τα νεότερα χρόνια (δεκαετία 1970) εμφανίσθηκαν ιδιωτικά νομίσματα «μάρκες», ίσως για να υπενθυμίζουν πως η ιδιωτική πρωτοβουλία βρίσκεται πάντα σε εφεδρεία και έτοιμη να σπεύδει να καλύψει τα τυχόν κενά στις τοπικές οικονομίες.
Προ δεκαετίας περίπου εμφανίστηκαν στην αθηναϊκή συλλεκτική αγορά μάρκες από αλουμίνιο που ανέγραφαν διάφορα αρτοποιεία Θεσσαλίας.
Ο εκ των συγγραφέων του παρόντος, Α. Λιναρδάκης, ήρθε σε επαφή με τον Μιλτιάδη Ανδρεάδη, του φούρνου της Ιτέας, κωμοπόλεως 1500 κατοίκων μεταξύ Καρδίτσας και Λάρισας, ο οποίος και τον πληροφόρησε ότι το 1972 κατασκεύασε 1000 μάρκες του ενός κιλού και 4000 μάρκες των 4 κιλών που χρησιμοποίησε μέχρι το 1979 που έκλεισε ο φούρνος. Σκοπός του ήταν η διευκόλυνση των δοσοληψιών του με τους καλλιεργητές σίτου της περιοχής με τον εξής τρόπο: ο γεωργός παρέδιδε λ.χ. στον φούρνο 100 κιλά αλεύρι, πλήρωνε και εκατό δραχμές για ψηστικά, ελάμβανε 25 μάρκες των 4 κιλών με τις οποίες προμηθευόταν το ψωμί που χρειαζόταν. Δοθέντος ότι εκείνη την εποχή η τιμή του ψωμιού ήταν 6 δραχμές και υπήρχε σχετική έλλειψη κερμάτων, τόσο ο αρτοποιός όσο και ο αγρότης απαλλάσσονταν από τη διαδικασία «δεν έχω ψιλά, σου χρωστάω, μου χρωστάς». Οι μάρκες του κιλού έπαιζαν επίσης το ρόλο των ρέστων. Εκτός από την απαλλαγή του αρτοποιού και των αγροτών από το «δεφτέρι του βερεσέ», οι μάρκες έπαιζαν ακόμη έναν σημαντικό ρόλο: κατά τη συγκομιδή οι εργάτες, εκτός του ημερομισθίου, ελάμβαναν κι ένα κιλό ψωμί που ο παραγωγός μπορούσε πλέον να δώσει σε μάρκες του αρτοποιείου.
Στην Ιτέα υπήρχε και δεύτερος φούρνος και κατά πληροφορίες του ιδιοκτήτη του, Γρηγορίου Μπαλατζίνα, κατά την περίοδο 1978-1979 χρησιμοποίησε πλαστικές μάρκες. Μετά το 1979 υπήρχε πλέον επαρκής ποσότητα κερμάτων και οι μάρκες καταργήθηκαν.
Υπήρξε επίσης επικοινωνία με το Αρτοποιείο του Θ. Λάππα της Καρδίτσας, κατά την οποία ο εγγονός του τότε ιδιοκτήτη επιβεβαίωσε την εποχή και τον παραπάνω περιγραφέντα τρόπο λειτουργίας των μαρκών του άρτου.
Μάρκες βρέθηκαν στα χέρια μας και από χωριό της Χαλκιδικής (κάτω δεξιά). Δεν μπορούμε παρά να υποθέσουμε πως η λειτουργία τους ήταν παρεμφερής με εκείνη των Θεσσαλικών.

 


Ιδιωτικά "κέρματα" μάρκες μικρών επιχειρήσεων

Περιγραφή
Τα κέρματα που βλέπουμε εδώ αναφέρονται γεωγραφικά στην περιοχή της Θεσσαλίας και της Χαλκιδικής και είναι ανταλλάξιμα με προϊόντα άρτου κατά την δεκαετία του 1970.



Άλλη μια αξιοσημείωτη κυκλοφορία ιδιωτικών νομισμάτων "μάρκες" ήταν από την ανάγκη ψυχαγωγίας και κερδοσκοπίας, έτσι τυχερά παιχνίδια όπως κουλοχέρηδες και ρουλέτες αντάλλασσαν τα χρήματά των παικτών κατά την είσοδο με μάρκες. Στην έξοδο τα κέρδη, πάντα σε μάρκες, τα εξαργύρωναν με προϊόντα όπως τσιγάρα, ποτά, τρόφιμα κτλ. για να ξεφύγουν από τις ρητές οδηγίες του νόμου που απαγόρευε τα κέρδη σε χρήματα από τα τυχερά παιχνίδια. Συχνά λίγο παρακάτω, στον δρόμο, σου αντάλασσαν ξανά (αν το επιθυμούσες) τα προϊόντα με νομίσματα.


Κέρματα ρουλέτας και τυχερών παιχνιδιών



Περιγραφή
Τα κέρματα που βλέπουμε εδώ αναφέρονται γεωγραφικά στην περιοχή της Θεσσαλίας και της Χαλκιδικής και είναι ανταλλάξιμα με προϊόντα άρτου κατά την δεκαετία του 1970.

 

Μάρκες όμως δε συναντάμε μόνο στις προαναφερθείσες περιπτώσει.
Στο παράδειγμα που ακολουθεί συναντάμε και από την ίδια την εκκλησία που για να εξυπηρετήσει τις ανάγκες των πιστών για νομίσματα μικρής αξίας κόβει η ίδια νομίσματα μικρής αξίας τα οποία μπαίνουν σε κυκλοφορία για να καλύψουν την ευρύτερη ανάγκη για κέρματα μικρής αξίας που παρουσιάστηκε εν έτη 1880 - 1922



Εκκλησιατικά "κέρματα" μάρκες



Περιγραφή
Επάνω αριστερά διακρίνουμε επισήμανση με μικρή στρογγυλή σφραγίδα πάνω σε τούρκικο νόμισμα της εποχής.
Επάνω δεξιά κέρμα χυτό σε μπρούτζο στην Σάντα του Πόντου, εκκλησία: Προφήτης Ηλίας. (είναι αξιόλογο εδώ να δούμε στην μεγένθηση την επισήμανση με μικρή στρογγυλή σφραγίδα, κάτω από τον αριθμό 10, πράγμα που ίσως σημαίνει ότι λόγο του ότι η χύτευση του συγκεκριμένου νομίσματος ήταν πολύ εύκολη, ακόμα και με ένα εύκολο καλούπι από πυλό, αναγκάστηκαν να σφραγίζουν τα γνήσια κέρματα).
Κάτω αριστερά διακρίνουμε κέρμα με ανάγλυφη την εκκλησία που το έκοψε: Αγ. Γεώργιος, Οφρύνειον, Παράδες πέντε. (Το Οφρύνειον ήταν μια μικρή πόλη στην Τρουάδα, κοντά στην Τροία).
Κάτω δεξιά Αγ. Αθανάσιος, Δοξάτο. Κέρμα τυπωμένο σε λεπτό φύλο χαλκού και αντίστοιχα κάτω και στο κέντρο μικρό χάρτινο 10 παράδων από την ίδια εκκλησία.

 

Η ιστορία όμως της μάρκας είναι πολύ παλαιότερη από όσο νομίζουμε. Στην αρχαία Αθήνα η πολιτεία έδινε μάρκες στους άπορους για να παρακολουθούσουν το θέατρο.
Το θέατρο κατά την αρχαιότητα εκτός από ψυχαγωγικό ήταν και μορφωτικό, έτσι έδιναν χάλκινα κέρματα (μάρκες) τα οποία έμοιαζαν με νομίσματα έχοντας από την μια μεριά χαραγμένη μια θεότητα και από την άλλη ήταν χαραγμένη η θέση (σειρά) στην οποία θα καθόταν ο κάτοχος τους.


Αρχαίες μάρκες θεάτρου : "θεωρικά"

Περιγραφή
Οι εικονιζόμενες "μάρκες" είναι μικρά κέρματα από χαλκό και δίνονταν στην αρχαιότητα δωρεάν στους φτωχούς για να πηγαίνουν στο θέατρο. Απο τη μια μεριά έχουν συνήθως το κεφάλι μιας θεότητας (όπως και τα νομίσματα) ενώ από την άλλη αναγράφουν τον αριθμό της σειράς (θέση) στην οποία αντιστοιχούν.



Ίσως μετά από όλα αυτά που διαβάσατε να βγάλατε και εσείς το συμπέρασμα ότι οι μάρκες είναι ένα κανονικό νόμισμα και προφανώς θα σας φαίνεται παράξενος ο χαρακτηρισμός «μάρκα» για το ιδιότυπο αυτό "νόμισμα" και μπορεί να παραξενεύεστε γιατί δεν χρησιμοποιούμε ευθαρσώς τον χαρακτηρισμό νόμισμα.
Είναι λοιπό απαραίτητο να γράψουμε εδώ τον λόγο γιατί δεν μπορεί να ονομαστεί νόμισμα το ιδιότυπο αυτό «νόμισμα».

Ετυμολογικά η λέξη νόμισμα είναι εκ της λέξεως νόμου προερχόμενη (οι αρχαίοι έλεγαν "νομοθετώ")

Τις μάρκες λοιπόν δεν μπορούμε να τις πούμε νόμισμα διότι δεν τις στηρίζει ο νόμος και κατ' επέκταση το κράτος.
(Στα αγγλικά για το ίδιο θέμα χρησιμοποιούν την λέξη "token" που σημαίνει υποκατάστατο).

Συμπερασματικά λοιπόν οι μάρκες έχουν την ίδια χρήση με αυτή των νομισμάτων με μόνη ουσιαστική διαφορά ότι δεν τα εγγυάται η κυβέρνηση και οι νόμοι, όπως συμβαίνει με τα νομίσματα, αλλά εγγυητής εδώ είναι η επιχείρηση, ο φορέας, ή η κοινωνική ομάδα που τις εκδίδει, αυτός συχνά και τις αλλάζει με νομίσματα ευρύτερης κυκλοφορίας.
Η χρήση και εφαρμογή τους είναι συνήθως περιορισμένη τόσο σε αξία όσο και σε γεωγραφική έκταση, η λειτουργία τους όμως είναι κανονική όπως ακριβώς τα κοινά νομίσματα με αποτέλεσμα να τίθενται αυτοσχέδια, κατά καιρούς κανονικά στην κυκλοφορία και να εξυπηρετούν συγκεκριμένες ανάγκες όπως τα παραδείγματα που προαναφέραμε.

 

 

Πηγή:
«Νομισματικά Χρονικά» Ετήσια έκδοση της Ελληνικής Νομισματικής Εταιρείας
Αρθρογράφος:
Αναστάσιος Π. Τζαμαλής
Αντώνιος Η. Λιναρδάκης

 

 

Προηγούμενη σελίδα - Κεντρική σελίδα - Κατάλογος